νέος Ερμής ο Λόγιος τ. 11

Χαρακτηριστικὰ τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρωπισμοῦ στὸν τουρκοκρατούμενο ἑλλαδικὸ χῶρο (16ος – μέσα 18ου αἰ.)

• Bookmarks: 19 • Comments: 1


της Ελένης Χατζόγλου, από το περιοδικό Νέος Ερμής ο Λόγιος τ. 11, Χειμώνας 2015

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΔΩ

Internet Archive

Academia

Ἡ εὐ­ρύ­τα­τη ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου «ἀν­θρω­πι­σμὸς» ἔ­χει ἐ­πι­κρα­τή­σει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται –συ­νο­δευ­ό­με­νη μά­λι­στα ἀ­πὸ τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «θρη­σκευ­τι­κὸς»– γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­φύ­πνι­ση ποὺ ση­μει­ώ­θη­κε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας, μὲ τὰ συ­να­κό­λου­θα ἐκ­παι­δευ­τι­κά, μορ­φω­τι­κὰ κ. ἄ. «ἐ­πι­τεύγ­μα­τά» της. Θε­ω­ρεῖ­ται μά­λι­στα ὅ­τι τὸ πνευ­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ φαι­νό­με­νο προ­η­γή­θη­κε τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ, μιᾶς ἄλ­λης παι­δευ­τι­κῆς «κί­νη­σης» μὲ ἐ­πί­σης ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρί­σμα­τα. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ «θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ» γί­νε­ται προ­σπά­θεια νὰ κα­τα­γρα­φοῦν ἁ­δρο­με­ρῶς στὴν πα­ροῦ­σα ἐρ­γα­σί­α, ἂν καὶ εἶ­ναι κοι­νὴ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι ἡ πνευ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ ἔκ­φαν­ση συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ βί­ω­μα τῶν ἀν­θρώ­πων, μὲ τὴν ἀ­νάγ­κη ἐ­πι­βί­ω­σής τους, καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε συ­νει­δη­τὴ καὶ στο­χευ­μέ­νη προ­σπά­θεια. Προ­η­γου­μέ­νως εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ γί­νει μί­α σύν­το­μη ἱ­στο­ρι­κὴ πα­ρου­σί­α­ση τοῦ ὅ­ρου «ἀν­θρω­πι­σμὸς» γε­νι­κά, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ἀν­τι­δι­α­στο­λὴ μὲ τὸν «θρη­σκευ­τι­κὸ» ἢ «χρι­στι­α­νι­κό».

Ἔ­χει ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι «ὁ ἀν­θρω­πι­σμὸς δὲν εἶ­ναι σχο­λὴ σκέ­ψης ἀλ­λὰ μᾶλ­λον μί­α προ­ο­πτι­κὴ θέ­α­σης τοῦ κό­σμου»1. Σὲ μί­α ἀ­να­δρο­μὴ τῶν ἐ­πι­βι­ώ­σε­ων τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ αὐ­τοῦ «φαι­νο­μέ­νου» πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι ἡ ἀν­θρω­πι­στι­κὴ κο­σμο­αν­τί­λη­ψη τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης προ­έ­βαλ­λε τὴν με­λέ­τη τῶν κλασ­σι­κῶν γραμ­μά­των2 καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὴν ὑ­ψη­λὴ ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που3.

Στὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα θε­με­λι­ώ­δη ρό­λο ὡς πρὸς τὴν ἑ­δραί­ω­ση μιᾶς ἀν­θρω­πι­στι­κῆς κο­σμο­θε­ω­ρί­ας ἔ­παι­ξε ὁ Πρω­τα­γό­ρας καὶ ἡ δι­α­τύ­πω­σή του ὅ­τι «πάν­των χρη­μά­των μέ­τρον ἄν­θρω­πος»4, ἡ ὁ­ποί­α πάν­τως δὲν φαί­νε­ται νὰ ἀ­σκοῦ­σε ξε­κά­θα­ρα κρι­τι­κὴ τῆς με­τα­φυ­σι­κῆς ἢ νὰ θε­με­λί­ω­νε ἕ­να αὐ­το­νο­μη­μέ­νο Ἐ­γώ. Ὁ ἀν­θρω­πι­σμός, ὅ­πως κα­τα­νο­εῖ­ται στὸ πλαί­σιο τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης καὶ τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ, ἐ­ξαί­ρει τὸ ἀ­το­μι­κὸ Ἐ­γὼ –ἐν ἀν­τι­θέ­σει πρὸς τὸ συλ­λο­γι­κὸ Ἐ­γὼ– καὶ τὶς «ἀ­πό­λυ­τες» δυ­να­τό­τη­τες ποὺ αὐ­τὸ δι­α­θέ­τει. Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ἐ­ξέ­φρα­ζαν οἱ ἰ­δέ­ες τοῦ Φραγ­κί­σκου Πε­τράρ­χη (1304-1374), διὰ τῶν ὁ­ποί­ων προ­βάλ­λον­ταν ἡ ἀ­ξί­α καὶ τὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ καλ­λι­ερ­γοῦν­ταν ὁ ἀ­το­μι­κι­σμός, ὁ φι­λε­λευ­θε­ρι­σμὸς καὶ ἡ χει­ρα­φέ­τη­ση ἀ­πὸ κά­θε αὐ­θεν­τί­α5. Ἂν καὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ὅ­τι ὁ Πε­τράρ­χης δὲν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὴν δυ­τι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α6, εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι οἱ ἰ­δέ­ες του ὁ­δή­γη­σαν σ’ ἐ­κεῖ­νον τόν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὸ τύ­πο, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἑ­δραί­ω­σε ἐν συ­νε­χεί­ᾳ ὁ Δι­α­φω­τι­σμὸς7 ἢ ὅ,τι συ­νή­θως ἀ­πο­κα­λεῖ­ται «Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα».

Τὸ Ἐ­γὼ τῆς Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας δὲν χρει­ά­ζε­ται τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ ἀ­να­ζή­τη­ση ἢ βε­βαι­ό­τη­τα, ἀλ­λὰ κι­νεῖ­ται σὲ μί­α αὐ­τό­νο­μη προ­ο­πτι­κή, ἀ­να­ζη­τών­τας τὴν γνώ­ση καὶ τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἠ­θι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα. Εἰ­ση­γεῖ­ται τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση τοῦ Θε­οῦ τό­σο ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἄν­θρω­πο. Στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, δι­α­κρί­νει κα­νεὶς μί­α τυ­πι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση ἠ­θι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς πρὸς τοὺς συ­ναν­θρώ­πους ὡς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση τοῦ ἀ­το­μι­κοῦ Ἐ­γώ. Ἀλ­λὰ μί­α τέ­τοι­α ἐκ­δή­λω­ση δὲν πη­γά­ζει κα­τ’ ἀ­νάγ­κην ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πί­σης, ἀ­κό­μα κι ἂν ἀ­να­γνω­ρί­σει κά­ποι­ος στὸν ἀν­θρω­πι­σμὸ τὸν χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἠ­θι­κῶν ἰ­δε­ω­δῶν τῶν κλασ­σι­κῶν γραμ­μά­των καὶ κυ­ρί­ως τῆς σύ­ζευ­ξης τοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ καὶ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ, τό­τε ἐν­δέ­χε­ται νά ἀ­πο­γο­η­τευ­θεῖ, δι­ό­τι ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α τῶν θε­τι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν καὶ τῆς τε­χνο­λο­γί­ας (ἰ­δι­αι­τέ­ρως κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ.) εἶ­ναι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή.

Κυ­ρί­ως με­τὰ τὸν 18ο αἰ­ώ­να ἡ ἔν­νοι­α τοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ βι­ώ­θη­κε ὡς ἐ­πι­δί­ω­ξη γιὰ τὴν τε­λει­ο­ποί­η­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καὶ ὡς δυ­να­τό­τη­τα προ­ό­δου8, πα­ρό­λες τὶς ἐ­πι­φυ­λά­ξεις ποὺ δι­α­τύ­πω­σε ὁ Ἰ. Κὰντ (1724-1804) ὅ­τι «ἐ­ὰν εἴ­χα­με τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ἀ­πο­δώ­σου­με στὸν ἄν­θρω­πο μιὰ ἔμ­φυ­τη καὶ ἀ­με­τά­βλη­τα ἀ­γα­θή, ἂν καὶ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, βού­λη­ση, τό­τε θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ προ­λέ­γου­με μὲ βε­βαι­ό­τη­τα τὴν πρό­ο­δο τοῦ εἴ­δους του πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο»9.

Ἀρ­γό­τε­ρα, στὸν 20 αἰ. καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο φο­βε­ροὺς παγ­κο­σμί­ους πο­λέ­μους, ὁ Μ. Χά­ϊν­τεγ­κερ (1889-1976) ὁ­ρί­ζει, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­τι ἀν­θρω­πι­σμὸς ση­μαί­νει τὴν μέ­ρι­μνα ὥ­στε ὁ ἄν­θρω­πος νὰ εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­νος καὶ ὄ­χι ἀ­πάν­θρω­πος10. Ἐ­πι­ση­μαί­νει μά­λι­στα ὅ­τι «κά­θε Ἀν­θρω­πι­σμὸς ἢ θε­με­λι­ώ­νε­ται σὲ μί­α με­τα­φυ­σι­κὴ ἢ στοι­χει­ο­θε­τεῖ ὁ ἴ­διος τὸ θε­μέ­λιο μιᾶς με­τα­φυ­σι­κῆς. Κά­θε κα­θο­ρι­σμὸς τῆς οὐ­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει ἤ­δη τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ ὄν­τος, χω­ρὶς νὰ ρω­τᾶ γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ εἶ­ναι, εἴ­τε τὸ γνω­ρί­ζει εἴ­τε ὄ­χι, εἶ­ναι με­τα­φυ­σι­κός»11. Εἶ­ναι πάν­τως πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ συ­ζη­τή­σι­μη ἡ δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Χά­ιν­τεγ­κερ ὅ­τι «Ὁ χρι­στια­νὸς βλέ­πει τὴν ἀν­θρω­πιὰ τοῦ ἀν­θρώ­που… Στὰ πλαί­σια τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς σω­τη­ρί­ας ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄν­θρω­πος ὡς ‘‘παι­δὶ τοῦ Θε­οῦ­’’…»12. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι ἐμ­φα­νὴς ἡ δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση τοῦ φι­λο­σό­φου αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τὸν ἀν­θρω­πι­στὴ τῆς Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ποὺ το­νί­ζει ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ζεῖ κα­νεὶς μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις χω­ρὶς με­τα­φυ­σι­κὴ ἢ θρη­σκευ­τι­κὴ βε­βαι­ό­τη­τα13. Ἔ­τσι, δι­α­μορ­φώ­νε­ται στα­δια­κά, ἀ­πὸ τὸν 19ο αἰ. μέ­χρι καὶ σή­με­ρα στὸν χῶ­ρο τῆς Δύ­σης, μί­α ἰ­δι­ά­ζου­σα μορ­φὴ «ἄ­θε­ου ἀν­θρω­πι­σμοῦ»14, ὅ­πως ἔ­χει ἀ­πο­κλη­θεῖ15, σὲ ἀν­τί­θε­ση προ­φα­νῶς μὲ ἕ­ναν ἀν­θρω­πι­σμὸ θρη­σκευ­τι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου καὶ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ.

Οἱ ἄ­με­σες συ­νέ­πει­ες μιᾶς αὐ­το­νο­μη­μέ­νης ἀ­το­μι­κό­τη­τας πα­ρου­σι­ά­ζον­ται, κα­τὰ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο, ἀ­πὸ τὸν Ρῶ­σο φι­λό­σο­φο Ν. Μπερ­ντι­ά­γι­εφ (1874-1948) σ’ ἕ­να ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτο κεί­με­νό του: «Ἡ κα­τά­φα­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀ­το­μι­κό­τη­τας προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴν συ­νεί­δη­ση τοῦ δε­σμοῦ ποὺ συν­δέ­ει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ μί­α ἀ­νώ­τε­ρη θε­ϊ­κὴ ἀρ­χή. Καὶ ἀ­φοῦ τὸ πρό­σω­πο δὲν θέ­λει νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τί­πο­τε ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τὴν (ἐνν. τὴν ἀ­το­μι­κό­τη­τα), κο­νι­ορ­το­ποι­εῖ­ται κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο καὶ ὑ­πο­κύ­πτει στὴν ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα τῶν κα­τώ­τε­ρων στοι­χεί­ων, τῶν ὁ­ποί­ων αὐ­τὸ ἔ­χει γί­νει βο­ρά. Ὁ ἄν­θρω­πος, λοι­πόν, παύ­ει νὰ αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ζεῖ, ἐ­φό­σον δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν ὕ­παρ­ξη τοῦ μὴ-ἐ­γώ του καὶ ἀρ­νεῖ­ται αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ νὰ πα­ρα­μεί­νει μί­α ἀ­το­μι­κό­τη­τα, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὄ­χι μό­νον τῶν ἄλ­λων προ­σώ­πων ἀλ­λὰ καὶ τοῦ θε­ϊ­κοῦ ὄν­τος. Πράγ­μα­τι, ἡ αὐ­το­κα­τά­φα­ση ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει ὅ­ρια καὶ δὲν ἀ­πο­δέ­χε­ται τί­πο­τε πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια καὶ ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­ξε ἐμ­πό­διο στὸν (ἐνν. γνή­σιο) ἀν­θρω­πι­σμό, ὁ­δη­γεῖ τὸν ἄν­θρω­πο στὴν κα­τα­στρο­φή, δι­ό­τι αὐ­τός, ἀρ­νού­με­νος ὅ­λες τὶς ἀρ­χές, παύ­ει νὰ ἔ­χει αὐ­το­γνω­σί­α καὶ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ὑ­πο­τάσ­σε­ται σὲ ὑ­πάν­θρω­πες καὶ ὄ­χι ὑ­πε­ράν­θρω­πες ἀρ­χές. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἔ­χουν φθά­σει, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μί­α μα­κρὰ πο­ρεί­α, ὁ ἀν­θρω­πι­σμὸς (ἐνν. τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας) καὶ ἡ σύγ­χρο­νη ἱ­στο­ρί­α. Ἕ­νας ἀ­το­μι­κι­σμός, ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει ὅ­ρια καὶ ποὺ δὲν ὑ­πο­τάσ­σε­ται σὲ τί­πο­τε, κλο­νί­ζει τὴν ἀ­το­μι­κό­τη­τα καὶ προ­ξε­νεῖ τὴν κα­τα­στρο­φή»16. Ἔ­τσι ὁ ἀν­θρω­πι­σμός, διὰ τοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοῦ, ὁ­δη­γεῖ βαθ­μια­ῖα στὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀλ­λὰ καὶ στὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος χώ­ρου.

Στὸν ἀν­τί­πο­δα τῆς ἀ­θε­ϊ­στι­κῆς θε­ω­ρη­τι­κῆς προ­σέγ­γι­σης ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς17 ἀ­πο­κη­ρύσ­σει τὴν αὐ­το­νό­μη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ –φυ­σι­κὰ ἐ­ξαί­ρον­τας τὴν ἀ­ξί­α τῆς προ­σω­πι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας– καὶ ἀ­σκεῖ κρι­τι­κὴ στὸν ἄ­θε­ο ἀν­θρω­πι­σμό18. Κυ­ρί­ως θε­με­λι­ώ­θη­κε καὶ ἐκ­φρά­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς βυ­ζαν­τι­νοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ μά­λι­στα δι­α­χρο­νι­κὰ στὸν χῶ­ρο τῆς ὀρ­θό­δο­ξης χρι­στι­α­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης.

Ἐ­πί­σης, ἐ­πει­δὴ ἡ ἀ­το­μι­κὴ ἠ­θι­κὴ ἀ­να­δεί­χθη­κε ἰ­δι­αι­τέ­ρως στὸ πλαί­σιο τοῦ κα­θο­λι­κι­σμοῦ καὶ τοῦ προ­τε­στα­νι­σμοῦ19, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ δι­α­πί­στω­ση ὅ­τι «ὁ δυ­τι­κὸς χρι­στι­α­νι­σμός, εἰς τὴν οὐ­σί­αν του, εἶ­ναι ὁ πλέ­ον ρι­ζι­κὸς οὑ­μα­νι­σμός, δι­ό­τι ἀ­νε­κή­ρυ­ξε τὸν ἄν­θρω­πον ἀ­λά­θη­τον»20. Ὅ­μως, τὸ «ἀ­λά­θη­τον» τῆς ἀ­το­μι­κῆς ἠ­θι­κῆς πα­ρα­πέμ­πει σὲ μί­α ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­χω­ρί­ζει τὴν ἠ­θι­κὴ συγ­κρό­τη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὴν γνή­σια θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά του.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἁ­δρο­με­ρὴ πα­ρου­σί­α­ση τῶν ἐκ­φάν­σε­ων τοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα μέ­χρι τὸν 20 αἰ­ώ­να, ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ λε­γο­μέ­νου «θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ», ποὺ εἶ­ναι μί­α κο­σμο­αν­τί­λη­ψη ἀν­θρω­πι­στι­κῆς ὁ­πωσ­δή­πο­τε κα­τεύ­θυν­σης, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὸν Θε­ὸ ἀ­πὸ τὴν ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ ἀν­τί­λη­ψη αὐ­τή, ποὺ ἔ­χει προ­τα­θεῖ ἐκ μέ­ρους τῆς πλει­ο­νό­τη­τας τῶν λο­γί­ων τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας, δέ­χε­ται ἐ­πί­σης τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα υἱ­ο­θέ­τη­σης ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­ξι­ῶν, ὅ­πως τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, τῆς γνώ­σης, τῆς ἀ­γά­πης, τῆς συ­νερ­γα­σί­ας, ἀ­πα­ραί­τη­των γιὰ τὴν πρό­ο­δο τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τοῦ ἔ­θνους. Ἀλ­λὰ στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ ὁ ἄν­θρω­πος, ἂν καὶ εἶ­ναι ἕ­να δη­μι­ούρ­γη­μα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν προ­σω­πι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α (αὐ­τε­ξού­σιο), δὲν αὐ­το­νο­μεῖ­ται μέ­σα στὸν κό­σμο21. Δι­ό­τι, ἐ­νῶ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τύ­χει τὴν πρό­ο­δο στὸν γνω­στι­κὸ καὶ στὸν ἠ­θι­κὸ το­μέ­α, ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­στεῖ θε­ός22. Μὲ ἄλ­λα λό­για, ἡ δύ­να­μη τοῦ νοῦ καὶ τῆς λο­γι­κῆς τοῦ ἀν­θρώ­που κι­νεῖ­ται σὲ ὁ­ρι­σμέ­νο, πο­λὺ ὑ­ψη­λό­τε­ρο σὲ σχέ­ση μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα δη­μι­ουρ­γή­μα­τα, πλαί­σιο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­τως «ὁ­ρί­ζε­ται» ἀ­πὸ τὴν θεί­α Πρό­νοι­α καὶ δὲν τὴν ὑ­περ­βαί­νει23.

Θὰ πρέ­πει λοι­πὸν νὰ ἐ­ξε­τα­στεῖ ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ «θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ» στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς σκέ­ψης, καὶ πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να στὴν δυ­σχε­ρῆ γιὰ τὸν Ἑλ­λη­νι­σμὸ ἱ­στο­ρι­κὴ πε­ρί­ο­δο τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας, κυ­ρί­ως αὐ­τὴ τοῦ 16ου ἕ­ως καὶ τὰ μέ­σα τοῦ 18ου αἰ. Τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πο­κτᾶ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον, δι­ό­τι οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου καὶ τὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ουν, προ­η­γοῦν­ται τῆς κα­θα­ρὰ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κῆς κο­σμο­αν­τί­λη­ψης τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ.

Τὸν ὅ­ρο «θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς» κα­τ’ οὐ­σί­αν εἰ­σή­γα­γε ὁ Κ. Θ. Δη­μα­ρᾶς24 μὲ τὴν δι­α­τύ­πω­ση «θρη­σκευ­τι­κὸς οὑ­μα­νι­σμός», πε­ρι­γρά­φον­τας «τὸ φι­λο­πρό­ο­δο καὶ γεν­ναῖ­ο πνεῦ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας», σύμ­φω­να μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ὀρ­θό­δο­ξος κλῆ­ρος εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ προ­ω­θή­σει τὴν παι­δεί­α καὶ νὰ τῆς δώ­σει τὴν ὁρ­μή του25. Ὁ ἴ­διος ἐ­ρευ­νη­τὴς μά­λι­στα το­πο­θε­τεῖ τὸ κί­νη­μα στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 17ου αἰ. μὲ κύ­ριο ἐκ­φρα­στὴ τὸν Κύ­ριλ­λο Λού­κα­ρη26. Στὴν προ­σπά­θεια νὰ προσ­δι­ο­ρι­σθεῖ ἡ αἰ­τί­α τῆς συγ­κρό­τη­σης τοῦ «θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ» ἔ­χει ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι αὐ­τὴ ἀ­νά­γε­ται στὴν πρω­το­βου­λί­α τοῦ Κύ­ριλ­λου Λού­κα­ρη νὰ ἀ­να­χαι­τί­σει τὴν ἐ­πέ­λα­ση τῶν Κα­θο­λι­κῶν στὴν Ἀ­να­το­λή27. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, ἔ­χουν δι­α­τυ­πω­θεῖ καὶ ἐ­πι­φυ­λά­ξεις γιὰ τὸ ὅ­τι μὲ τὸν Κύ­ριλ­λο Λού­κα­ρη ἀρ­χί­ζει ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμός, ἐ­πει­δὴ οἱ ἰ­δέ­ες του ἀ­πεῖ­χαν πο­λὺ ἀ­πὸ τὰ οὑ­μα­νι­στι­κὰ ἰ­δε­ώ­δη καὶ τὴν κλα­σι­κή παι­δεί­α, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι στὰ κεί­με­νά του δὲν ἀ­να­κα­λύ­πτου­με κά­ποι­ο ἴ­χνος ἀ­πὸ τὴν λα­τρεί­α γιὰ τοὺς ἀρ­χαί­ους στο­χα­στές28. Ὡ­στό­σο μὲ τὸν Λού­κα­ρη τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν μόρ­φω­ση ὑ­πάρ­χει, ἀλ­λὰ δί­νε­ται ἔμ­φα­ση στὴν θρη­σκευ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πα­ρε­χό­με­νης παι­δεί­ας29. Ἄλ­λοι ἐκ­φρα­στὲς τῆς κί­νη­σης αὐ­τῆς ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γα­βρι­ὴλ Σε­βῆ­ρος (περ. 1540-1616) καὶ ὁ Γε­ρά­σι­μος Βλά­χος (1605/7-1685), μη­τρο­πο­λί­τες Φι­λα­δελ­φεί­ας, οἱ πα­τριά­ρχες Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Με­λέ­τιος Πη­γᾶς (1551-1601) καὶ Γε­ρά­σι­μος Παλ­λα­δᾶς (περ. 1630-1714), ὁ ἐ­πί­σκο­πος Κυ­θή­ρων Μά­ξι­μος Μαρ­γού­νιος (1549-1602), οἱ πα­τριά­ρχες Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Δο­σί­θε­ος (1641-1707) καὶ Χρύ­σαν­θος Νο­τα­ρᾶς (1655/60-1731), ὁ ἐ­πί­σκο­πος Κερ­νί­τσης Ἠ­λί­ας Μη­νιά­της (16-1714) κ. ἄ. Τὰ ἔρ­γα τους πα­ρου­σιά­ζουν ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, κα­θὼς πραγ­μα­τεύ­ον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως τὸ αὐ­τε­ξού­σιο τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ φθο­ρὰ καὶ ὁ θά­να­τος κ. ἄ., ἰ­δω­μέ­να ὅ­μως ὅ­λα ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς ὀρ­θό­δο­ξης χρι­στι­α­νι­κῆς ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας30.

«Ὁ ἱ­ε­ρω­μέ­νος οὐ­μα­νι­στὴς ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α δι­α­κε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρί­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἰ­δε­ῶν τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀ­να­το­λῆς, ἀ­φοῦ ἡ παι­δεί­α του καὶ ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α του τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ ἀ­πὸ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους ἱ­ε­ρω­μέ­νους τῆς ἐ­πο­χῆς του. Εἶ­ναι ὁ κλη­ρι­κὸς πού, χω­ρὶς νὰ πά­ψει νὰ εἶ­ναι δε­μέ­νος μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­σχο­λεῖ­ται καὶ μὲ ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ συ­νι­στοῦν τὰ ἱ­ε­ρα­τι­κά του κα­θή­κον­τα. Εἶ­ναι ἡ δι­δα­σκα­λί­α σὲ σχο­λεῖ­α, ἡ συγ­γρα­φή, ἡ ἀ­πα­σχό­λη­σή του στὴν τυ­πο­γρα­φί­α, ἡ ἀν­τι­γρα­φὴ χει­ρο­γρά­φων, ἡ γλωσ­σο­μά­θεια καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­πα­σχο­λή­σεις ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζουν τὸ λα­ϊ­κὸ λό­γιο. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ἄλ­λω­στε, ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὺς δι­α­νο­ού­με­νους, τοὺς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὺς οὐ­μα­νι­στές, ὅ­πως συ­νη­θί­στη­κε νὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται, ἔ­χουν σπου­δά­σει στὴν Πα­τρι­αρ­χι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α ἢ ἀ­κό­μη καὶ στὴν Πάν­το­βα καί, κα­θὼς εἶ­ναι φυ­σι­κό, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­ται ἀ­πὸ τὸ νέ­ο πνεῦ­μα ποὺ κυ­ρια­ρχεῖ στοὺς κύ­κλους τῆς λο­γι­ο­σύ­νης τῆς ἐ­πο­χῆς τους. Δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ὁ τύ­πος τοῦ ἱ­ε­ρω­μέ­νου ποὺ μέ­νει στὸ μο­να­στή­ρι, ἁ­πλὸς ἴ­σως μο­να­χός, ἀλ­λὰ ἀ­πο­βλέ­πει στὴν προ­ώ­θη­σή του σὲ ἀ­νώ­τε­ρους βαθ­μοὺς ἱ­ε­ρο­σύ­νης, σὲ μί­α δι­α­κε­κρι­μέ­νη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α μὲ ση­μαί­νον­τα ρό­λο στὶς ἐ­ξε­λί­ξεις τοῦ Με­τα­βυ­ζαν­τι­νοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ»31. Ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ὁ τύ­πος αὐ­τὸς λο­γί­ου ἐ­πι­τε­λεῖ πλού­σιο κοι­νω­νι­κὸ ἔρ­γο καὶ δὲν ἀ­φί­στα­ται ἀ­πὸ τὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ λα­οῦ, πνευ­μα­τι­κὲς καὶ μορ­φω­τι­κές, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ κα­λύ­ψει, ὅ­πως θὰ φα­νεῖ καὶ στὴν συ­νέ­χεια.

Ὡς βα­σι­κοὶ ἄ­ξο­νες ποὺ δι­έ­πουν αὐ­τὴν τὴν ἰ­δι­ά­ζου­σα ἀν­θρω­πι­στι­κὴ κο­σμο­αν­τί­λη­ψη μπο­ροῦν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν οἱ ἑ­ξῆς: α) τὰ ζη­τή­μα­τα τῆς γνώ­σης, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει θρη­σκευ­τι­κὸ καὶ ἐ­νί­ο­τε ἀρ­χαι­ο­γνω­στι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό, καὶ μό­νον ἀρ­γό­τε­ρα, κα­τὰ τὸν 18ο αἰ­ώ­να, κι­νή­θη­κε ἐν­τὸς τῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των ποὺ ἔ­θε­τε ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὶς ἐ­πι­στῆ­μες· β) ἡ ἐ­θνι­κὴ συ­νεί­δη­ση, ποὺ ἐ­νι­σχύ­ε­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν πα­ρε­χό­με­νη παι­δεί­α καὶ γνώ­ση· γ) ἡ γλώσ­σα, ποὺ λει­τούρ­γη­σε ἑ­νο­ποι­η­τι­κὰ προ­κει­μέ­νου νὰ δι­α­σω­θεῖ ἡ ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα τοῦ ὑ­πό­δου­λου λα­οῦ· δ) ἡ θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ποὺ συ­νέ­χι­ζε τὴν πα­ρά­δο­ση τῶν βυ­ζαν­τι­νῶν θε­ο­λό­γων Πα­τέ­ρων, πράγ­μα ἀ­ναγ­καῖ­ο μπρο­στὰ στὶς ἀ­πό­πει­ρες ἐ­πέμ­βα­σης στὴν κυ­ρί­αρ­χη θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη τῶν ἀν­θρώ­πων, τό­σο ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς τῶν Τούρ­κων κα­τα­κτη­τῶν ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς τῶν Δυ­τι­κῶν μισ­σι­ο­να­ρί­ων· ε) ἡ κοι­νο­τι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη ὡς στοι­χεῖ­ο ἐ­θνι­κῆς καὶ κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς.

α΄. Εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἐ­πα­φὴ τῶν λο­γί­ων τῆς πε­ρι­ό­δου αὐ­τῆς μὲ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ πνεῦ­μα δι­έρ­χε­ται μέ­σῳ τοῦ βυ­ζαν­τι­νοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐν­στρερ­νί­ζε­ται καὶ προ­ά­γει32. Μά­λι­στα ὁ βυ­ζαν­τι­νὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ ἔ­δα­φος πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο οἰ­κο­δο­μεῖ­ται ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμός33. Κα­θο­ρι­στι­κή, κα­τὰ ταῦ­τα, πα­ρά­με­τρος ποὺ ἀ­φο­ρᾶ τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ἐν λό­γῳ ἀν­θρω­πι­σμοῦ, εἶ­ναι τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πα­ρα­κο­λου­θεῖ δη­μι­ουρ­γι­κὰ καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς σέ­βε­ται τὴν δι­α­μορ­φω­θεῖ­σα πα­ρά­δο­ση. Ἔ­τσι ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­στὴς τοῦ τουρ­κο­κρα­τού­με­νου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται σα­φῶς ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γεν­νη­σια­κὸ καὶ νε­ω­τε­ρι­κὸ οὑ­μα­νι­στή, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πορ­ρί­πτει τὴν αὐ­θεν­τί­α, σέ­βε­ται ὅ­μως τὴν πα­ρά­δο­ση34. Εἶ­ναι εὐ­νό­η­το ὅ­τι ἕ­νας ἀν­θρω­πι­στὴς μὲ θρη­σκευ­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμὸ στὴν σκέ­ψη του, δὲν θὰ ἀ­πορ­ρί­ψει οὔ­τε τὴν αὐ­θεν­τί­α οὔ­τε τὴν πα­ρά­δο­ση, ἐ­φ’ ὅ­σον συ­νε­χί­ζει τὸν δι­α­μορ­φω­θέν­τα βυ­ζαν­τι­νὸ ἀν­θρω­πι­σμὸ καὶ τὴν φι­λο­σο­φι­κὴ κο­σμο­αν­τί­λη­ψη τῶν Πα­τέ­ρων τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου.

Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες σχε­τι­κῶς εἶ­ναι οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Βι­κεν­τί­ου Δα­μο­δοῦ (1700-1752): «Οὐ δεῖ σε λέ­γειν ὅ­σα μὴ γέ­γρα­πται σα­φῶς ἢ οὐ συ­νά­γε­ται ἀ­ναγ­καί­ως ἐκ τῶν γε­γραμ­μέ­νων καὶ οὐ πα­ρε­δό­θη τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ…»· καὶ ἀλ­λοῦ «Ἀλ­λ’ ἡ­μεῖς οἱ ὀρ­θό­δο­ξοι, ἀ­κο­λου­θοῦν­τες τὰς πα­ρα­δό­σεις τῶν ἁ­γί­ων πα­τέ­ρων καὶ τοὺς δι­ο­ρι­σμοὺς τῶν ἱ­ε­ρῶν συ­νό­δων…»35, κα­θὼς καὶ τοῦ Γε­ωρ­γί­ου Κον­τα­ρῆ (17ος αἰ.): «θέ­λε­τε ἐ­γνω­ρί­σει ἀ­πὸ τί εὐ­γε­νι­κὸν καὶ πε­ρί­φη­μον γέ­νος κα­τά­γε­σθε καὶ ὄν­τως με­τὰ ταῦ­τα θέ­λε­τε γνω­ρί­σει καὶ τὸν ἑ­αυ­τόν σας, ἵ­να μὴ ἐρ­γά­ζε­σθε ἔρ­γα τοῦ πε­ρι­φή­μου γέ­νους ἡ­μῶν ἀ­νά­ξια… Λοι­πὸν ἐ­πει­δὴ εἴ­με­σθα ἀ­πό­γο­νοι τοι­ού­των με­γά­λων καὶ σο­φῶν ἀν­δρῶν, πρέ­πον εἶ­ναι νὰ τοὺς μι­μού­με­σθε εἰς ὅ­λα τὰ κα­λὰ ἤ­θη καὶ νὰ μὴν κά­μνο­με οὐ­δα­μῶς πράγ­μα­τα ἐ­κεί­νων ἀ­νά­ξια»36.

Δε­δο­μέ­νου τοῦ σε­βα­σμοῦ στὴν πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ καὶ τὴν αὐ­θεν­τί­α, δὲν μπο­ρεῖ νὰ θε­με­λι­ω­θεῖ ἡ το­πο­θέ­τη­ση ὅ­τι «ἡ συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­νώ­τε­ρη ἐκ­παί­δευ­ση (ἐνν. τῶν χρό­νων τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας) ὑ­πῆρ­ξε ἀν­θρω­πι­στι­κὴ ἐ­πει­δὴ χει­ρα­γω­γοῦ­σε τοὺς σπου­δα­στὲς σὲ μί­α μέ­θο­δο στο­χα­σμοῦ ποὺ τὰ κρι­τή­ριά του ἦ­ταν μᾶλ­λον προ­ϊ­ὸν τῆς ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας γιὰ ἔ­ρευ­να πα­ρὰ κά­τι προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ τὴν αὐ­θεν­τί­α ἢ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη»37.

Ἐ­πί­σης ἡ γνώ­ση38 προ­ά­γε­ται βαθ­μια­ῖα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν παι­δεί­α, ποὺ πα­ρέ­χε­ται ὑ­πο­τυ­πω­δῶς στὴν ἀρ­χή, ἀλ­λὰ κα­τα­λή­γει, τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, σὲ ἕ­να εἶ­δος ἀ­να­γέν­νη­σης καὶ πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­φύ­πνι­σης. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τὸ ὁ Με­λέ­τιος Ἀ­θη­νῶν ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι: «Ἀλ­λ’ ἡ σπου­δὴ τού­των τῶν δύ­ο ἀ­ναγ­και­ο­τά­των μα­θη­μά­των (= Ἱ­στο­ρί­ας καὶ Γε­ω­γρα­φί­ας) εἶ­ναι ἀ­με­λη­μέ­νη παν­τά­πα­σι με­τα­ξὺ εἰς τοὺς νέ­ους τοῦ Γέ­νους μας, καὶ τὸ σφάλ­μα εἶ­ναι τῆς ἀ­με­θο­δί­ας μας… Μὴ ὑ­πο­φέ­ρε­τε πλέ­ον νὰ εἴ­με­θα ὑ­πὸ τὸν ζό­φον τῆς ἀ­μα­θεί­ας καὶ ὑ­πὸ τὴν πα­ρὰ τῶν ἄλ­λων ἐ­θνῶν κα­τα­φρό­νη­σιν ἡ­μεῖς οἱ ἀ­πό­γο­νοι τῶν Πα­τέ­ρων ἐ­κεί­νων τῶν Ἐ­πι­στη­μῶν καὶ Μα­θή­σε­ων»39. Αὐ­τὴ ἡ γνώ­ση ἔ­χει ὡς ἐ­φαλ­τή­ριο τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀλ­λὰ στὴν συ­νέ­χεια ἀ­φο­ρᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­δί­α ἐν­δι­α­φε­ρόν­των καὶ δι­ευ­ρύ­νει πε­ραι­τέ­ρω τοὺς γνω­στι­κοὺς ὁ­ρί­ζον­τες τῶν ἀν­θρώ­πων.

β΄. Μί­α ἄλ­λη, ἐξ ἴ­σου ση­μαν­τι­κή, πα­ρά­με­τρος τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ ἔ­χει κα­τεύ­θυν­ση ἐ­θνι­κή, ἐ­φό­σον στὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρι­κὴ συγ­κυ­ρί­α τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο συ­νά­πτε­ται μὲ τὸ ἐ­θνι­κό. Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­παι­ξε ἐ­θναρ­χι­κὸ ρό­λο λό­γῳ τῶν εἰ­δι­κῶν «προ­νο­μί­ων» ποὺ πα­ρα­χω­ρή­θη­καν στὸν πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Γεν­νά­διο Σχο­λά­ριο ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το σουλ­τά­νο Μω­ά­μεθ Β΄ με­τὰ τὴν Ἅ­λω­ση καὶ δι­α­τη­ρή­θη­καν καὶ ἀ­πὸ τοὺς δι­α­δό­χους τοῦ πα­τριά­ρχη, ποὺ ἔ­φε­ραν τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ «μιλ­λι­έτ – μπα­σι» (= ἐ­θνάρ­χη). Ὡς ἐκ τού­του οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὶ λει­τουρ­γοὶ ἀ­να­λάμ­βα­ναν τὴν μέ­ρι­μνα γιὰ τὴν στοι­χει­ω­δῶς πα­ρα­σχε­θεῖ­σα ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν προ­α­γω­γὴ τῆς γνώ­σης, φυ­σι­κὰ ὑ­πὸ τὶς δε­δο­μέ­νες ἰ­δι­ά­ζου­σες συν­θῆ­κες.

Ἐ­ξάλ­λου, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς ἀ­νε­ξάρ­τη­του ἑλ­λα­δι­κοῦ κρά­τους δὲν συ­νέ­πε­σε χρο­νι­κὰ μὲ τὸν σχη­μα­τι­σμὸ τῶν ἐ­θνι­κῶν κρα­τῶν στὸν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ χῶ­ρο ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση. Ἀν­τι­θέ­τως μά­λι­στα, ἐ­πὶ αἰ­ῶ­νες κα­τε­βλή­θη προ­σπά­θεια νὰ δι­α­σω­θεῖ ἡ ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα μὲ τὴν βο­ή­θεια τῆς θρη­σκεί­ας καὶ τῆς γλώσ­σας στὸ πλαί­σιο τοῦ «θε­σμοῦ» τῶν κοι­νο­τή­των, ὅ­που ὑ­πῆρ­χε συ­νεί­δη­ση τῆς συ­νέ­χι­σης τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς μέ­σῳ τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς. Πο­λὺ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ εἶ­ναι ἡ σχε­τι­κὴ προ­σέγ­γι­ση γιὰ τὴν συ­νέ­χεια τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­χεί­ρη­σε ὁ Ἀ­να­στά­σιος Μι­χα­ὴλ Να­ου­σαῖ­ος (περ. 1675-1725) σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α τοῦ ἑλ­λη­νο­κεν­τρι­κοῦ καὶ ἀρ­χαι­ο­γνω­στι­κοῦ ἔρ­γου του: «Πεί­θει δέ με τὰς τερ­πνὰς ταύ­τας πε­ρὶ Ἑλ­λά­δος τῆς ἐ­μῆς θάλ­πειν ἐλ­πί­δας, αὐ­τὴ ἡ φί­λη Ἑλ­λὰς μᾶλ­λον καὶ μᾶλ­λον μνη­μο­νι­κο­τέ­ρα ἑ­αυ­τῆς δι­α­τι­θε­μέ­νη. Ἐ­ξή­γει­ρε καὶ γὰρ Κύ­ριος ὁ Θε­ὸς πνεύ­μα­τα τῶν, ὧν ταῖς ἀ­γρύ­πνοις φρον­τί­σι τό, ῥεί­θροις θε­αν­δρι­κῶν ἱ­δρώ­των, καὶ στα­λαγ­μοῖς θε­οῤ­ῥεί­του αἵ­μα­τος, πε­ρι­ου­σια­σθὲν αὐ­τῷ ποί­μνιον ἐ­νε­πί­στευ­σε, θε­ο­σό­φων Πα­τρια­ρχῶν καὶ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων τῶν ἡ­με­τέ­ρων με­θ’ οὓς καὶ δι’ οὓς οὐκ ὀ­λί­γων ἔ­τι ἄλ­λων τῶν φι­λο­θέ­ων τε καὶ φι­λο­πα­τρι­δῶν, καὶ αὐ­τό­χρη­μα προ­πα­το­ρι­κὴν ἐ­πι­δει­κνυ­μέ­νων γεν­ναι­ό­τη­τα Ἑλ­λή­νων, ἵ­να τῷ ἀρ­χαί­ῳ ταύ­της ἐγ­καλ­λω­πί­σμα­τί τε καὶ κτή­μα­τι τὴν σφῶν Ἑλ­λά­δα κα­θω­ρα­ΐ­σω­σι, καὶ τὸ αὐ­τῶν ἕ­κα­στος ὄ­νο­μα ταῖς τῆς ἀ­θα­να­σί­ας ἐγ­χα­ρά­ξω­σι κύρ­βε­σιν»40.

Σ’ αὐ­τὲς τὶς κοι­νό­τη­τες τῶν χρό­νων τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας θὰ ἀ­νι­χνευ­θεῖ τὸ πνεῦ­μα τοῦ συλ­λο­γι­κοῦ Ἐ­γὼ41 καὶ τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης, τῆς συ­νερ­γα­σί­ας καὶ τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας42. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι οἱ ἐν­τασ­σό­με­νοι στὸν χῶ­ρο τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ λό­γιοι ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὴν ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα43, ἔ­στω κι ἂν δὲν ὑ­φί­στα­ται ἀ­κό­μη ἕ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το κρα­τι­κὸ μόρ­φω­μα. Προ­φα­νῶς αὐ­τὴ ἡ συγ­κρό­τη­ση ἑ­νὸς τέ­τοι­ου αὐ­το­δύ­να­μου μορ­φώ­μα­τος, καὶ μά­λι­στα μὲ βα­σι­κὸ γνώ­ρι­σμα τὴν θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη, δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη «κοι­νω­νι­κή»44, ἀλ­λὰ πρω­τί­στως ἐ­θνι­κή45. Ἐ­ξάλ­λου, αὐ­τὰ ἔρ­χον­ται σὲ ἀν­τί­θε­ση καὶ μὲ τὸν κο­σμο­πο­λι­τι­σμό46, ποὺ συ­νή­θως προ­σγρά­φε­ται ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γνω­ρί­σμα­τα τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ οὑ­μα­νι­σμοῦ καὶ τοῦ Δι­α­φω­τι­σμοῦ.

γ΄. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν γλώσ­σα ὡς στοι­χεῖ­ο ποὺ συν­τη­ρεῖ τὴν ἐ­θνι­κὴ ταυ­τό­τη­τα τοῦ λα­οῦ, ἐ­πι­ση­μαί­νε­ται ὅ­τι ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς ἐκ­φρά­ζε­ται μὲ κεί­με­να τό­σο σὲ λό­για, ὅ­σο καὶ σὲ ἁ­πλὴ γλωσ­σι­κὴ μορ­φή, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἑ­κά­στο­τε πε­ρι­στά­σεις.

Πολ­λοὶ λό­γιοι στὰ ἔρ­γα ἢ τὰ κη­ρύγ­μα­τά τους, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἔ­χουν παι­δευ­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὴν ἁ­πλὴ κα­θο­μι­λου­μέ­νη, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Κύ­ριλ­λος Λού­κα­ρης, ποὺ ἐ­ξῆ­ρε τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τά της γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν νο­η­μά­των ἀ­πὸ τὸν ἀ­παί­δευ­το λα­ό: «Ἂν μι­λοῦ­με ἢ ἂν δι­α­βά­ζου­με καὶ δὲ γροι­κοῦ­με, εἶ­ναι ὡ­σὰν νὰ ρί­χνο­με τὰ λό­για μας εἰς τὸν ἄ­νε­μο»47. Τὴν ἀ­νάγ­κη ὄ­χι μό­νο νὰ ἐκ­φρά­ζον­ται οἱ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες στὴν δη­μο­τι­κή, ἀλ­λὰ καὶ νὰ «με­τα­γλωτ­τι­σθεῖ» σ’ αὐ­τὴν τὸ ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τό­νι­ζε κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψιν48 ὁ ἴ­διος ἱ­ε­ράρ­χης προ­βαί­νον­τας μά­λι­στα στὴν με­τά­φρα­ση τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης μὲ τὴν βο­ή­θεια τοῦ Μα­ξί­μου Καλ­λι­ου­πο­λί­τη. Τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, ποὺ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ἀρ­κε­τὲς ἀν­τι­δρά­σεις, ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ 1645, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἱ­ε­ράρ­χη.

Αὐ­τὴ ἡ μορ­φὴ ἀν­θρω­πι­σμοῦ προ­σα­να­το­λι­ζό­ταν πρὸς τὴν γε­νί­κευ­ση τοῦ «ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ δη­μο­τι­κι­σμοῦ»49, ποὺ θὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζε συ­νει­δη­τὴ συμ­με­το­χὴ καὶ κα­τα­νό­η­ση τῶν νο­ου­μέ­νων ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Τὴν συγ­κε­κρι­μἐ­νη ἐ­πι­τα­γὴ ἀ­κο­λού­θη­σε στὸ ἔρ­γο του καὶ ὁ Νι­κό­λα­ος Σο­φια­νὸς (16ος αἰ.): «ἂν ἤ­θε­λαν δι­α­βά­σει καὶ νὰ γρυ­κή­σουν τὰ βι­βλί­α ὁ­ποὺ ἀ­φῆ­καν ἐ­κεῖ­νοι οἱ πα­λαι­οὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­δρες, εὔ­κο­λα ἤ­θε­λε δι­ορ­θω­θῇ ἡ ἀ­παι­δευ­σί­α ὁ­ποὺ πλε­ο­νά­ζει εἰς τοὺς πολ­λούς. Διὰ τοῦ­το λοι­πὸν ὥρ­μη­σα καὶ ἐ­γώ, μὲ γνώ­μην καὶ πα­ρα­κί­νη­σιν τῶν εἰ­ρη­μέ­νων ἐλ­λο­γί­μων καὶ εὐ­γε­νῶν ἀν­δρῶν, ἀ­πὸ ὅ­σον δύ­να­μαι, Θε­οῦ ὁ­δη­γοῦν­τος, νὰ με­τα­γλωτ­τί­σω καὶ νὰ πε­ζεύ­σω ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α ὁ­ποὺ νὰ εἶ­ναι χρή­σι­μα καὶ ὠ­φέ­λι­μα εἰς τὸ νὰ ἀ­να­και­νι­σθῇ καὶ νὰ ἀ­να­πτε­ρυ­γιά­σῃ ἀ­πὸ τὴν τό­σην ἀ­παι­δευ­σί­αν τὸ ἐ­λε­ει­νὸν γέ­νος»50. Ὁ Ἰ­ω­αν­νί­κιος Καρ­τά­νος (περ. 1500-περ. 1567) στὸ ἔρ­γο του Πα­λαι­ά τε καὶ νέ­α Δι­α­θή­κη [Βε­νε­τί­α 1536]51 κα­τὰ τρό­πο προ­δρο­μι­κὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὴν δη­μο­τι­κὴ γλώσ­σα, προ­κει­μέ­νου νὰ ἁ­πλο­ποι­ή­σει τὰ Ἁ­γι­ο­γρα­φι­κὰ κεί­με­να ὥ­στε νὰ εἶ­ναι προ­σι­τὰ στὸν ἀ­παί­δευ­το ἀ­κό­μη λα­ό.

Ἀ­νε­ξαρ­τή­τως πάν­τως τῆς μορ­φῆς τῶν κει­μέ­νων, ἐ­δῶ ἔ­χει ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α ἡ πρό­θε­ση τῶν συγ­γρα­φέ­ων, ἡ ὁ­ποί­α συ­νί­στα­ται στὴν δι­α­τή­ρη­ση, μέ­σῳ τῆς γλώσ­σας52, τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς, ἐ­θνι­κῆς καὶ θρη­σκευ­τι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν ἀ­πο­γό­νων μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­θνι­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἔ­χει ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Μά­ξι­μο Πε­λο­πον­νή­σιο (μέσ. 16ου – μέσ. 17ου αἰ.) ὅ­τι: «Πρέ­πον καὶ δί­και­ον κα­τὰ ἀ­λή­θειαν ἦ­τον, ἀ­δελ­φοὶ καὶ τέ­κνα τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νὰ μὴν ἔλ­θῃ τὸ γέ­νος μας τὸ ἐ­παι­νε­τόν, εἰς τό­σην ἀ­μά­θειαν καὶ στέ­ρη­σιν τῆς σο­φί­ας, ὅ­τι νὰ χά­σῃ σχε­δὸν καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴν γλῶσ­σαν, μὲ τὴν ὁ­ποί­αν εἶ­χε πάν­το­τε εἰς ὅ­λα τὰ γέ­νη σι­μὰ μέ­γα καύ­χη­μα, μὲ τὸ νὰ τὴν εἶ­χεν, ὁ­μοῦ μὲ ταῖς ἄλ­λαις ἐ­πι­στή­μαις πολ­λὰ θαυ­μα­στά»53.

δ΄. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἡ γλώσ­σα συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν παι­δεί­α καὶ ἐ­πει­δὴ ἀ­σφα­λῶς ἡ παι­δεί­α γιὰ τοὺς Ἕλ­λη­νες στὴν τουρ­κο­κρα­τί­α ἦ­ταν ση­μαν­τι­κὸς πα­ρά­γον­τας γιὰ τὴν δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας, ἡ παι­δεί­α ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὸ πλαί­σιο τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ ἔ­χει κα­τ’ ἀρ­χὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ καὶ μά­λι­στα χρι­στο­κεν­τρι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμό54. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ «τὸν φω­τι­σμὸν διὰ τοῦ ἁ­για­σμοῦ ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι φο­ρέ­ας καὶ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, τοῦ φω­τὸς καὶ τῆς γνώ­σε­ως»55. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ ἐκ­παί­δευ­ση στὶς κα­τα­κτη­μέ­νες ἑλ­λη­νι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς ἦ­ταν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή, ὅ­πως καὶ ἡ λο­γι­ο­σύ­νη τῆς ἐ­πο­χῆς στὴν συν­τρι­πτι­κή της πλει­ο­ψη­φί­α56. Σα­φῶς καὶ ἀ­πο­σκο­ποῦ­σε στὴν γνω­στι­κὴ καὶ ἠ­θι­κὴ συγ­κρό­τη­ση τοῦ ἀ­τό­μου, ἀλ­λὰ ὄ­χι χω­ρὶς τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ· ὁ­πωσ­δή­πο­τε καὶ ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τὴν προ­α­γω­γὴ τῆς λο­γι­κῆς καὶ τῆς γνώ­σης, τῆς ἐ­πι­στή­μης καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ κα­τα­λή­γει νὰ τὰ θε­ο­ποι­ή­σει.

ε΄. Σὺν τοῖς ἄλ­λοις, ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος «θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς» εἶ­ναι μί­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πνευ­μα­τι­κὴ κα­τά­κτη­ση, ποὺ συ­νί­στα­ται στὴν συλ­λο­γι­κό­τη­τα τοῦ κοι­νο­τι­σμοῦ, ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος πραγ­μα­τώ­νε­ται ὡς συλ­λο­γι­κὸ Ἐ­γὼ καὶ ἡ ζω­ή του νο­η­μα­το­δο­τεῖ­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­ξια­κὸ σύ­στη­μα τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ. Βι­ώ­νε­ται ἐ­πί­σης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν σχέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς καὶ κοι­νο­τι­κῆς ζω­ῆς καὶ λει­τουρ­γεῖ ὡς κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων καὶ ὄ­χι ὡς θρη­σκευ­τι­κὴ ἀ­το­μι­κό­τη­τα. Εἶ­ναι πη­γὴ ἀ­να­γεν­νη­τι­κῆς ἀ­φύ­πνι­σης τῶν δυ­νά­με­ων ποὺ στοι­χει­ο­θε­τοῦν τὴν ἰ­δι­ο­προ­σω­πί­α τοῦ νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἐ­φό­σον ἀ­πο­τε­λεῖ τρό­πο προ­στα­σί­ας μιᾶς συλ­λο­γι­κῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ δι­α­σφα­λί­ζει τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πο­λι­τι­σμι­κῆς πα­ρά­δο­σης57. Πα­ράλ­λη­λα, ἐ­νῶ προ­βάλ­λον­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς ἀν­θρω­πι­στὲς ἡ συ­νερ­γα­σί­α καὶ ἡ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η μέ­σα στὸ πλαί­σιο τῆς κοι­νο­τι­κῆς ζω­ῆς58, ὅ­μως δὲν λη­σμο­νεῖ­ται καὶ ὁ στό­χος τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ Γέ­νους καὶ τῆς οἰ­κο­δό­μη­σης ἑ­νὸς ἐ­θνι­κοῦ κρά­τους, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ κο­σμο­πο­λί­τι­κη ἀν­τί­λη­ψη τῶν ἀν­θρω­πι­στῶν τῆς Νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας δὲν εἶ­ναι πρω­τεύ­ου­σας ση­μα­σί­ας.

Ἐ­πει­δὴ ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς μνή­μης καὶ τῆς πα­ρά­δο­σης μέ­σα στὴν κοι­νό­τη­τα ἔ­χει χα­ρα­κτή­ρα αὐ­το­φυ­ῆ καὶ αὐ­το­νό­η­το, εἶ­ναι βά­σι­μη ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση ὅ­τι: «Κά­θε κοι­νω­νί­α κτί­ζε­ται πά­νω στὰ θε­μέ­λια μιᾶς κυ­ρί­αρ­χης ἱ­στο­ρι­κῆς ἀ­φή­γη­σης, εἴ­τε προ­φο­ρι­κῆς, εἴ­τε ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς. Μὲ αὐ­τὴν δι­α­μορ­φώ­νε­ται ὁ ψυ­χι­κὸς κό­σμος τοῦ κά­θε λα­οῦ. Αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­κλη­θεῖ Πα­ρά­δο­ση (-μνή­μη), δη­λα­δὴ αὐ­τὸ ποὺ δὲν τὸ ἔ­χου­με ξε­χά­σει, ποὺ τὸ ἔ­χου­με ἀ­πο­δε­χθεῖ καὶ τὸ συγ­κρα­τή­σα­με. Ἡ μνή­μη, οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χου­με νὰ δι­η­γη­θοῦ­με, εἶ­ναι ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πε­ρι­ου­σί­α, ποὺ ὁ κα­θέ­νας μας κου­βα­λᾶ, ποὺ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ μᾶς τὶς κλέ­ψει καὶ αὐ­τὲς ση­μα­το­δο­τοῦν τὸ εἶ­ναι μας»59.

Συμ­πε­ρα­σμα­τι­κῶς θὰ λέ­γα­με ὅ­τι ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς ποὺ θε­με­λι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες λο­γί­ους τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας δὲν ἀ­πορ­ρί­πτει τὴν γνώ­ση, τὴν πρό­ο­δο σὲ ὅ­λους τοὺς το­μεῖς, ἀ­κό­μα καὶ τὴν οἰ­κο­δό­μη­ση τῆς ἐ­πί­γειας εὐ­τυ­χί­ας. Ἐ­πί­σης, δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν κλασ­σι­κὴ παι­δεί­α καὶ τὴν κλη­ρο­νο­μιὰ τῶν Πα­τέ­ρων τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Ὅ­μως, αὐ­τὸς ὁ ἀν­θρω­πι­σμὸς δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον τῶν ἑ­πό­με­νων αἰ­ώ­νων, ποὺ ἐ­ξαί­ρε­ται κυ­ρί­ως στὴν Δύ­ση, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­ά­γει τὴν αὐ­το­νό­μη­ση τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ἐ­γὼ καὶ θέ­τει τὸν Θε­ὸ στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ θρη­σκευ­τι­κὸς ἀν­θρω­πι­σμὸς πρε­σβεύ­ει τὴν ὀρ­γά­νω­ση τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς ζω­ῆς ἐν γέ­νει, σὲ συ­νά­φεια μὲ τὴν παι­δεί­α κα­τὰ Χρι­στόν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Τὸ φιλοσοφικὸ Λεξικὸ τοῦ Cambridge, ἐπιμ. R. Audi, ἐκδ. Κέδρος, 2011, σ. 101.

2 Βλ. σχετικῶς Μ. Α. Σιώτου, Χριστιανισμὸς καὶ ἀνθρωπισμός, Ἑλληνικὴ Ἀνθρωπιστικὴ Ἑταιρεία, Ἀθῆναι 1967, σσ. 3, 8-14.

3 E. Panofsky, «Ἡ ἱστορία τῆς Τέχνης ὡς ἀνθρωπιστικὴ ἐπιστήμη», μετ. Π. Καλλιγᾶς, Δευκαλίων 25/1, ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 2007, σ. 6.

4 Πλάτωνα, Θεαίτητος 161c.

5 Μ. Α. Σιώτου, ὅπ. π.,σ. 5.

6 Ν. Π. Βασιλειάδη, Χριστιανισμὸς καὶ ἀνθρωπισμός, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1986, σ. 143.

7 Βλ. ἀναλυτικῶς Ν. Π. Βασιλειάδη, ὅπ. π., σσ. 177-180.

8 Βλ. Τὸ φιλοσοφικὸ Λεξικό, ὅπ. π., σ. 102.

9 Ἰμμ. Κάντ, Δοκίμια, εἰσαγωγὴ – μετάφραση – σχόλια Ε. Π. Παπανούτσου, ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα 1971, σ. 183.

10 Μ. Heidegger, Ἐπιστολὴ γιὰ τὸν ἀνθρωπισμό, μετ. Γ. Ξηροπαΐδης, ἐκδ. Ροές, Ἀθήνα 1987, σ. 61.

11 Ὅπ. π., σ. 65.

12 Ὅπ. π., σ. 61.

13 Βλ. Τὸ φιλοσοφικὸ Λεξικό, ὅπ. π., σ. 102.

14 Ἡ θεωρητικὴ ἐκδοχὴ τοῦ ἄθεου ἀνθρωπισμοῦ στὴν φιλοσοφία τοῦ 20οῦ αἰώνα ἀποτυπώνεται ἰδιαίτερα στὸ ἔργο τοῦ Ζ. Π. Σάρτρ, Ὁ ὑπαρξισμὸς εἶναι ἕνας ἀνθρωπισμός, μετ. Κώστας Σταματίου, ἐκδ. Ἀρσενίδη, Ἀθήνα 2012,σ. 87: «ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ εἶναι παρὼν πάντα σ’ ἕναν ἀνθρώπινο κόσμο, αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀποκαλοῦμε ‘‘ὑπαρξιστικὸ ἀνθρωπισμό’’. Ἀνθρωπισμό, γιατὶ θυμίζουμε στὸν ἄνθρωπο πὼς δὲν ὑπάρχει νομοθέτης ἄλλος ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του καὶ πὼς ἐγκαταλειμμένος, μόνος, θ’ ἀποφασίσει γιὰ τὴ μοίρα του· γιατὶ δείχνουμε πὼς ὄχι στρεφόμενος πρὸς τὰ μέσα, πρὸς ἑαυτόν, ἀλλὰ ψάχνοντας πάντα ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του γιὰ ἕνα σκοπὸ ποὺ νά’ ναι ἀπελευθέρωση, συγκεκριμένη πραγματοποίηση, μόνον ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θὰ πραγματωθεῖ, ἀκριβῶς σὰν ἀνθρώπινο ὄν».

15 H. de Lubac, Le drame de l’ humanisme athée, Œuvres Complètes II, Cerf, Paris, 2007, passim.

16 Ν. Μπερντιάγιεφ, «Ἡ κρίση τοῦ ἀνθρωπισμοῦ», μετ. Δημήτρης Μπαλτᾶς, Εὐθύνη 421 (2007), σ. 19.

17 Βλ. σχετικῶς J. Daniélou, Essai sur le mystère de l’ histoire, Cerf, Paris 1982, σ. 81: «l’ homme est la valeur suprême pour l’ homme…une destinée divine de l’ homme». [Τὸ πλῆρες χωρίο ἀποδίδεται στὰ νεοελληνικὰ ὡς ἑξῆς: «Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ ἕναν χυδαῖο ὑλισμό, ἀλλὰ γιὰ ἕναν ἀνθρωπισμό, μία ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι ἄθεη, δίνει ὡστόσο στὸν ἄνθρωπο τὴν πρώτη θέση. Εἶναι πραγματικὰ μία θρησκεία τοῦ ἀνθρώπου. Ὡς τέτοιος ὁ μαρξισμὸς συνιστᾶ τὸ ἀπόλυτο ἐνάντιο τοῦ χριστιανισμοῦ: ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἀξία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ δημιουργός του. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑποβιβαστικὴ καὶ ἄρα ἡ ἀπόρριψή του εἶναι ὁ οὐσιώδης ὅρος τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρωπισμοῦ… (Ὅμως) γιὰ τὸν χριστιανό, αὐτὸ ποὺ οἰκοδομεῖται ἐντὸς τῆς ἱστορίας δὲν εἶναι τόσο μία κοινωνία ἀνθρώπινη, ἀλλὰ μία θεϊκὴ μοίρα τοῦ ἀνθρώπου»].

18 Γιὰ τὴν σχετικὴ κριτικὴ τοῦ σύγχρονου ἀνθρωπισμοῦ καθὼς καὶ γιὰ τὴν φύση τῆς πνευματικῆς παράδοσης τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἐν γένει, βλ. ἀρχικῶς τὸ ἔργο τοῦ Κυρίλλου πατριάρχη Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας, Ἐλευθερία καὶ εὐθύνη. Τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἀξία τοῦ προσώπου, μετ. Ἀγγελικὴ Πελωριάδου, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα 2011, σ. 23: «Προερχόμενοι ἀπὸ μία θεοκεντρικὴ πνευματικὴ παράδοση, ἡ ὁποία θεωρεῖ τὸν ἀνθρωποκεντρικὸ οὐμανισμὸ ὡς ξένη γι’ αὐτὴ κοσμοθεωρία, εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουμε μὲ σεβασμό, ὅμως δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὸν δεχθοῦμε ὡς ἀπόλυτη καὶ ἀπροϋπόθετη θετικὴ ἀξία. Ἐπίσης ξεκινοῦμε ἀπὸ τὴν ἄποψη ὅτι πρότυπα, τὰ ὁποῖα, ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, συντελοῦν στὴν καταστροφὴ τῆς ἐθνικοπολιτισμικῆς καὶ θρησκευτικῆς ταυτότητας τῶν λαῶν, ἀναπόφευκτα θὰ ὁδηγήσουν στὴν ἀποδυνάμωση τῆς πληρότητας τοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ, τῆς ἑνότητός του, καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση στὸν θάνατο».

19 Βλ. ἐνδεικτικῶς M. Weber, Ἡ προτεσταντικὴ ἠθικὴ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ καπιταλισμοῦ, μετ. Μ. Κυπραίου, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 2003.

20 Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ὀρθόδοξος ἐκκλησία καὶ οἰκουμενισμός, μετ. Ἀ. Ράντοβιτς, Ἀ. Γιέβτιτς, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 177.

21 Βλ. ἀναλυτικῶς Μ. Α. Σιώτου, ὅπ. π., σσ. 19-20.

22 Γιὰ τὴν αὐτονομημένη ἀπὸ τὴν θεία πρόνοια προοπτικὴ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ βλ. ἀρχικῶς Λ. Φώϋερμπαχ, Παραδόσεις γιὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας, μετ. Γ. Καραπαπᾶς, ἐκδ. Τροπή, Ἀθήνα 2009, σ. 391. Βλ. καὶ Η. de Lubac, ὅπ. π., σσ. 15-70.

23 Στὸν ἀντίποδα, «ἡ προσπάθεια τοῦ νεωτέρου ἀνθρωπισμοῦ νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸν χριστιανισμὸν εἰς ὅ, τι ἀφορᾶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρώπου ἐπέφερε ἕνα διαχωρισμὸν τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου ἀπὸ τὴν θεολογίαν, καὶ τὴν συνέδεσε μὲ τὴν ἰδέαν μιᾶς αὐτονόμου ἠθικῆς ἢ μιᾶς καθαρὰ ἀνθρωπιστικῆς ὑπαρξιακῆς φιλοσοφίας» (Ἰωάννη Ζηζιούλα, «Ἀπὸ τὸ προσωπεῖον εἰς τὸ πρόσωπον. Ἡ συμβολὴ τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προσώπου», στὸ Ἡ ἰδιοπροσωπία τοῦ Νέου ἑλληνισμοῦ. Συλλογὴ κειμένων, Ἵδρυμα Γουλανδρῆ – Χόρν, Ἀθῆναι 1983, σ. 297).

24 Κ. Θ. Δημαρᾶ, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας. Ἀπὸ τὶς πρῶτες ρίζες ὣς τὴν ἐποχή μας, Ἀθήνα 81987, σ. 44.

25 Ὅπ. π., σ. 58.

26 Ὅπ. π.

27 Βλ. ἐνδεικτικῶς G. Hering, Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ εὐρωπαϊκὴ πολιτικὴ 1620-1638, μετ. Δ. Κουρτοβίκ, ἐκδ. Μορφωτικὸ Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης (= ΜΙΕΤ), Ἀθήνα, 2003, σσ. 196, 380, 386. Μ. Πατηνιώτης, «Οἱ Pestifarae Questiones τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως καὶ ἡ ἀνάδυση τοῦ κορυδαλλικοῦ προγράμματος», στὸν τόμο Βυζάντιο – Βενετία – Νεώτερος Ἑλληνισμός, ἐπιμ. Γ. Βλαχάκης – Θ. Νικολαΐδης, Ἐθνικὸ Ἵδρυμα Ἐρευνῶν, Ἀθήνα 2004, σ. 212.

28 G. Hering, ὅπ. π., σσ. 193-194. Ἐπίσης βλ. G. Podskalsky, Ἡ ἑλληνικὴ θεολογία ἐπὶ τουρκοκρατίας 1453-1821. Ἡ Ὀρθοδοξία στὴ σφαῖρα ἐπιρροῆς τῶν δυτικῶν δογμάτων μετὰ τὴ Μεταρρύθμιση, μετ. Γ. Δ. Μεταλληνός, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 2005, σ. 240.

29 Βλ. σχετικῶς Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη, Κύριλλου Λούκαρη (1616), στὸ Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Κείμενα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Ἐκκλησιαστικαὶ ἐκδόσεις ἐθνικῆς ἑκατοντηκονταετηρίδος, ἐν Ἀθήναις 1971, σ. 63: «Τὴν σοφίαν σου (ἐνν. κοσμικὴν) δὲν ἐθέλω ἐμπρὸς εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ· κάλλιον ἦτο νὰ ἔχῃ τινὰς καὶ τὰ δύο, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, πλὴν ἀπὸ τὰ δύο τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ προτιμῶ».

30 Ἑλένης Σ. Χατζόγλου – Μπαλτᾶ, «Ἀνθρωπολογικὲς προσεγγίσεις σὲ μεταβυζαντινὰ ὁμιλητικὰ κείμενα (μέσ. ις΄ ἀρχ. – ιη΄ αἰ.)», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 94 (2011), τεῦχ. 840, σσ. 303-344 καὶ τεῦχ. 841, σσ. 415-476.

31 Ἀθανασίου Ε. Καραθανάση, Οἱ Ἕλληνες λόγιοι στὴ Βλαχία (1670-1714). Συμβολὴ στὴ μελέτη τῆς ἑλληνικῆς πνευματικῆς κίνησης στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες κατὰ τὴν προφαναριωτικὴ περίοδο, Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἴμου 194, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 225.

32 Βλ. ἀρχικῶς Ν. Iorga, Τὸ Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο, πρόλογος Νίκου Σβορώνου, μετ. Γιάννης Καρᾶς, ἐκδ. Gutenberg, Ἀθήνα 1989, σ. 18 (et passim).

33 «Τὸ πρόσωπον ὡς ἔννοια καὶ ὡς βίωμα εἶναι γέννημα καὶ θρέμμα τῆς πατερικῆς θεολογίας» (Ἰ. Ζηζιούλα, Ἀπὸ τὸ προσωπεῖον…, ὅπ. π., σ. 297) καὶ «Τὸ πρόσωπον, συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ ὡς ἐνδοκοσμικὴ ἢ ἀνθρωπιστικὴ πραγματικότης. Ἡ φιλοσοφία μπορεῖ νὰ φθάση ὡς τὴν διαπίστωσιν τῆς πραγματικότητος τοῦ προσώπου, ἀλλὰ μόνον ἡ θεολογία μπορεῖ νὰ κάμη λόγον διὰ τὸ γνήσιον, τὸ ὄντως πρόσωπον» (ὅπ. π., σ. 313).

34 E. Panofsky, ὅπ. π., σ. 8.

35 Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Παράδοση καὶ Ἀλλοτρίωση. Τομὲς στὴν πνευματικὴ πορεία τοῦ Νεώτερου Ἑλληνισμοῦ κατὰ τὴ μεταβυζαντινὴ περίοδο, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1989, σ. 75.

36 Γ. Βαλέτα, Ἀνθολογία τῆς δημοτικῆς πεζογραφίας. Τόμος πρῶτος. Ἀπὸ τὸ Μαχαιρᾶ ὣς τὸ Σολωμὸ (1340-1827), Ἀθήνα 1947, σ. 133.

37 G. P. Henderson, Ἡ ἀναβίωση τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ, 1620-1830. Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, μετ. Φ. Κ. Βῶρος, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθήνα, σσ. 25-26.

38 Μελετίου μητρ. Ἀθηνῶν, Γεωγραφία Παλαιὰ καὶ Νέα, τύποις Πάνου Θεοδοσίου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων, ἔκδοσις Ἀνθίμου Γαζῆ, Βενετία 1707, σσ. ζ΄-θ΄.

39 Νίκου Γρ. Ζαχαρόπουλου, Ἡ παιδεία στὴν τουρκοκρατία, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 36: «Οἱ λόγιοι…λίγο μετὰ τὴν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης φαίνεται ὅτι ἦταν ἐλάχιστοι, ὡστόσο ἱκανοὶ νὰ διατηρήσουν ἔστω καὶ σὲ ὑποτυπώδη μορφὴ τὴν παιδεία ἔτσι, ὥστε ἥρεμα καὶ λίγο – λίγο νὰ σχηματισθεῖ, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, μία ἁλυσίδα ἀπὸ λόγιους, ἡ ὁποία ὁδήγησε τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος στὴν ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων τῶν 17ου καὶ 18ου αἰώνων καὶ μ’ αὐτὴν στὴν ἐθνικὴ ἀφύπνιση καὶ ἐλευθερία». Καὶ ἀλλοῦ, σ. 43: «Τὰ ἐπιτεύγματα τῆς παιδείας στὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας ὑπῆρξαν σοβαρὰ καὶ μεγάλα, μὲ κορυφαία τὴν ἐμφανῆ σύνδεση τοῦ ἐθνικοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων τῆς τουρκοκρατίας μὲ τοὺς προγόνους, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς συνείδησης, τὴν ἀναθέρμανση τοῦ πόθου γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν καλλιέργεια τῆς φυσικῆς τάσης τοῦ λαοῦ γιὰ μάθηση…».

40 Περιηγηματικὸν Πυκτάτιον, ἤτοι Περιήγησις τῆς Εὐρώπης, ἐν Ἀμστελοδάμῳ 1706. Βλ. καὶ Χαραλάμπους Ἀθ. Μηνάογλου, Ὁ Ἀναστάσιος Μιχαὴλ ὁ Μακεδὼν καὶ ὁ Λόγος περὶ Ἑλληνισμοῦ, Ἐναλλακτικὲς ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2014, σ. 91.

41 Βλ. ἐπὶ παραδείγματι τὴν σχετικὴ προτροπὴ τοῦ Μελετίου Μήτρου, μητροπολίτου Ἀθηνῶν, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἐπιμέλεια Πολυζώη Λαμπανιζιώτη, Βιέννη τῆς Ἀουστρίας, τυπογρ. Ἰωσήπου Βαουμαϊστέρου, 1784, τόμ. Γ΄, σσ. ι΄-ιδ΄: «Ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ καθολικὰ πρέπει νὰ ὀνομάζηται ἄνθρωπος, καὶ ὁποὺ στοχάζεται ὀρθὰ καὶ κατὰ Θεὸν δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνον διὰ λόγου του καλός, ἀλλὰ ἔχει χρέος ἀπαραίτητον καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν φύσιν νὰ εἶναι καλὸς καὶ διὰ τὸν πλησίον του, καὶ ὠφέλιμος, καὶ ὅστις εἶναι μόνον καλὸς διὰ λόγου του, καὶ ὄχι διὰ τὸν πλησίον του πρεπόντως πρέπει νὰ ὀνομάζηται μισάνθρωπος».

42 Βλ. σχετικῶς Ἀπόστολου Διαμαντῆ, Ἔθνος καὶ θεσμοὶ στὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας. Ἡ κανονιστικὴ ἐκτροπὴ στὴν ἑλληνικὴ ἱστοριογραφία, Ἐναλλακτικὲς ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2013, σσ. 154-172.

43 Πρβλ. Νεκταρίου Ἱεροσολύμων, Οἱ Νεομάρτυρες, στὸ Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, ὅπ. π., σ. 80: «Εἰ καὶ ἑάλω ἡ Κωνσταντινούπολις καὶ ἐδουλώθη, τὸ ἔθνος οὐδαμῶς ἐξερριζώθη».

44 Βλ. G. Hering, ὅπ. π., σ. 181.

45 Γιὰ ἕναν ἰδιαίτερο πνευματικὸ – ἐθνικὸ προσανατολισμὸ ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰώνα γίνεται λόγος στὸ ἔργο πολλῶν ἐρευνητῶν, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι τοῦ Γιάννη Καρᾶ, «Νεοελληνικὸς Διαφωτισμὸς ἢ Νεοελληνικὴ Ἀναγέννηση;», Τὰ νέα τοῦ Κ.Ε.ΝΕ.Φ. 5 (2000), 5-6: «Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι τῆς περιόδου αὐτῆς ἐνστερνίζονται…τὶς νέες ἰδέες, τὶς νέες ἐπιστημονικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις, τὰ νέα ρεύματα ποὺ κυκλοφοροῦν στὴν Εὐρώπη συνδυάζοντας τὰ πάντα μὲ τὸ αἴτημα τῆς ἐθνικῆς χειραφέτησης, τῆς ἐθνικῆς ἀπελευθέρωσης, στοιχεῖο τὸ ὁποῖο…δὲν εἶχε, δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει, τὸ κίνημα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτέλεσε συστατικὸ στοιχεῖο μόνον τοῦ πνευματικοῦ ἐκείνου κινήματος ποὺ ἀναπτύχθηκε στὸν ἑλληνικὸ χῶρο μετὰ ἀπὸ σωρευτικὲς ἀλλαγὲς τῶν προηγούμενων αἰώνων, καὶ τὸ διαφοροποίησε ἀπὸ τὴν Εὐρώπη».

46 Πρβλ. Πασχάλη Κιτρομιλίδη, Νεοελληνικὸς Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1999, σ. 41.

47 Κύριλλου Λούκαρη, Ἕνα ἀναγεννητικὸ κήρυγμα γιὰ τὴ μετάφραση τῶν Γραφῶν (1610-1635), στὸ Γ. Βαλέτα, Ἀνθολογία τῆς Δημοτικῆς Πεζογραφίας, ὅπ. π., σ. 142.

48 «Κάθε χριστιανὸς νὰ ἔχει χρέος καὶ τὰ ἱερὰ γράμματα νὰ διαβάζει ἀτός του καὶ ἐκεῖνα, ὁποὺ δὲν ἠξεύρει, ἀπὸ τοὺς πλέα ὀρθοδόξους διδασκάλους νὰ ἐρωτᾶ νὰ μανθάνει καὶ νὰ εἶναι δίκαιο καὶ τὰ ἱερὰ βιβλία, καθὼς τὸ θεῖο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μεταγλωττίζονται καὶ νὰ ἑρμηνεύονται εἰς ἁπλὴ διάλεκτο καὶ γλῶσσα κοινή, ὁποὺ ἠμπορεῖ νὰ τὰ γροικᾶ καθεὶς διαβάζοντάς τα, νὰ καρποφοροῦν ἐκεῖνα ὁποὺ εἶναι γραμμένα μέσα καὶ νὰ ὠφελεῖται ἡ ψυχή» (Κύριλλου Λούκαρη, Ἕνα ἀναγεννητικὸ κήρυγμα, ὅπ. π., σσ. 142-143).

49 Κωνσταντίνου Γ. Κασίνη, «Ὁ ἐκκλησιαστικὸς δημοτικισμός: ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου ἕως τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα», στὸ Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα. Σύγχρονες προσεγγίσεις, ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Ἵδρυμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, Ἀθήνα 2011, σσ. 83-101. Νίκου Δ. Βαρμαζῆ, Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ γραμματεία ὡς πρόβλημα τῆς νεοελληνικῆς ἐκπαίδευσης. Ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση ὡς τὴν καθιέρωση τῆς δημοτικῆς (1976), Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 21-20 (διδακτορικὴ διατριβή).

50 Νικολάου Σοφιανοῦ, Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Διονύσιο, στὸ Ν. Ζαχαρόπουλου, ὅπ. π., σ. 106.

51 Ἑλένης Κακουλίδου – Πάνου, Ἰωαννίκιος Καρτάνος. Παλαιά τε καὶ Νέα Διαθήκη [Βενετία 1536], Θεσσαλονίκη. Κέντρο Ἑλληνικῆς Γλώσσας 2000.

52 Σχετικῶς εἶναι χρήσιμη ἡ διαπίστωση ὅτι: «Μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κοινοτικὸ θεσμὸ σώθηκε, παρ’ ὅλες τὶς ἐλλείψεις της, καὶ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία. Στὸ θεσμὸ τῆς ἐθναρχίας ὀφείλεται ἡ χρήση σ’ ὅλο τὸ ρωμαίικο μιλλέτι τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὡς γλώσσας τῆς παιδείας χωρὶς βέβαια νὰ ἐμποδίζεται καὶ ἡ χρήση τῶν ἄλλων τοπικῶν γλωσσῶν» (π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἕλληνες στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 21989, σ. 133).

53 Μαξίμου τοῦ Πελοποννησίου, Προοίμιον κατὰ τοῦ Σχίσματος τῶν παπιστῶν ἐγχειριδίου, στὸ Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, ὅπ. π., σ. 57.

54 Μ. Α. Σιώτου, ὅπ. π., σ. 26.

55 Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, ὅπ. π., σ. 193.

56 Βλ. σχετικῶς Ἀπ. Διαμαντῆ, ὅπ. π., σ. 145 κ. ἀ.

57 Ν. Πανταζόπουλου, Ὁ ἑλληνικὸς κοινοτισμὸς καὶ ἡ νεοελληνικὴ κοινοτικὴ παράδοση, ἐκδ. Παρουσία, Ἀθήνα 1993, σ. 34.

58 Γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει βάσιμα ὑποστηριχθεῖ ὅτι: «Ἡ συσπείρωση ποὺ ἐπέβαλαν οἱ περιστάσεις συνέβαλε στὴ διαμόρφωση τοῦ χαρακτῆρος τῶν μελῶν τῆς κοινότητος, στὴ διατήρηση τῆς γλώσσας καὶ τῆς πίστεώς τους καὶ στὴ διαμόρφωση μορφῶν λαϊκοῦ δικαίου μὲ οὐσιαστικὸ περιεχόμενο. Τὸ ἀλληλέγγυο, ἡ κοινὴ εὐθύνη, ὁ σεβασμὸς τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ περιουσίας συγκράτησαν πολλὲς φορὲς τὸ ἄτομο νὰ δράση κατὰ τοῦ δυνάστη … γιὰ νὰ μὴν προκληθοῦν ἀντίποινα σὲ ὁλόκληρη τὴν κοινότητα» (Ἰωάννη Γιαννόπουλου, «Κοινότητες», στὸ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, τόμ. ΙΑ΄, Ἀθήνα 1975, σ. 141).

59 Γεωργίου Σ. Πλουμίδη, Ἱστορικὴ μάθηση (Προτάσεις γιὰ τὶς Πηγὲς καὶ τὴ Μεθοδολογία στὴν Ἱστορία), τεῦχος Β΄, Βιβλιοπωλεῖο Διονυσίου Νότη Καραβία Ἀθήνα 2012, σ. 19.

19 recommended
comments icon1 comment
1 notes
356 views
bookmark icon

One thought on “Χαρακτηριστικὰ τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρωπισμοῦ στὸν τουρκοκρατούμενο ἑλλαδικὸ χῶρο (16ος – μέσα 18ου αἰ.)

    Write a comment...

    Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.