νέος Ερμής ο Λόγιος τ. 20

Τεχνοεπιστήμονες: από μέλη της ιντελιγκέντσιας
σε μεσολαβητές της τεχνολογίας

• Bookmarks: 1


Της Ιωάννας Τσιβάκου*

Το εναρκτήριο λάκτισμα γι’ αυτό το άρθρο υπήρξαν δύο κείμενα που φιλοξένησε ο νέος Ερμής ο Λόγιος (τ. 19, 2019). Το ένα είναι του Γιώργου Καραμπελιά, με τίτλο «Ο μαρξισμός και η πρακτική του», γραμμένο απ’ ό,τι συμπεραίνω πρόσφατα, και το άλλο είναι του Άλβιν Γκούλντνερ, «Το μέλλον των διανοουμένων και η άνοδος μιας νέας τάξης»,προδημοσίευση από το ομότιτλο βιβλίο του, γραμμένο το 1979, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Παρότι ο όρος «διανοούμενοι» για αιώνες παρέπεμπε και παραπέμπει για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης σ’ ένα σύνολο από ακαδημαϊκούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες και εν γένει ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, στα δύο προαναφερθέντα κείμενα, ο Καραμπελιάς και ο Γκούλντνερ, παρακολουθώντας τις εξελίξεις των καιρών, διακρίνουν εντός αυτού του συνόλου δύο ομάδες: της ανθρωπιστικής παιδείας και της τεχνικής ιντελιγκέντσιας. Προφανώς στην πρώτη ομάδα δεν εντάσσονται μόνο οι καλλιτέχνες και οι ειδήμονες των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά και κάθε επιστημονικού κλάδου που ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει το επιστημονικό και υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης στελεχικό δυναμικό το οποίο απασχολείται σε δημόσιες ή ιδιωτικές οργανώσεις έχοντας ως κύρια επιδίωξη, αν και όχι πάντα μοναδική, την εξυπηρέτηση των σκοπεύσεων των εν λόγω οργανώσεων και όχι του ανθρώπου ή της κοινωνίας.

Αυτή η δεύτερη ομάδα των διανοουμένων αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Είναι αλήθεια πως ο όρος «διανοούμενοι» είναι σήμερα σε παρακμή, ωστόσο, διερευνώντας τη σωστή ή όχι απόδοση του εν λόγω χαρακτηρισμού –υπό τον τίτλο της «τεχνικής ιντελιγκέντσιας»- στα μέλη της τεχνοδομής,[1] μου δίνεται η ευκαιρία να εξετάσω τη φύση της εργασίας τους. Ζητήματα βεβαίως σχετιζόμενα με τη σύγχρονη στάση τους στα κοινωνικά προβλήματα, όπως και με τις συχνά αντιφάσκουσες συμπεριφορές τους, παρόλη τη σημασία τους, μένουν έξω από τις φιλοδοξίες του παρόντος άρθρου.

Ο Γκούλντνερ με το μνημονευθέν έργο του θέλησε ν’ απαντήσει σε Αμερικανούς συγγραφείς οι οποίοι, παρατηρώντας την εδραιωμένη θεσμική επιρροή των τεχνοεπιστημονικών στελεχών, ισχυρίζονταν πως αυτοί δρουν θετικά για το σύνολο της κοινωνίας. Σε αντίθεση με αυτούς, προσδίδοντας στα στελέχη της τεχνοδομής ταξικό προσδιορισμό, επιχείρησε να δείξει πως ως τάξη υλοποιούν τα ιδιαίτερα ταξικά τους συμφέροντα. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες και εσωτερικές αντιφάσεις, ενώ προέβλεψε πως η τάξη της τεχνοδομής αποτελεί την «προεικονισμένη ενσάρκωση ενός τέτοιου μέλλοντος σαν αυτού που ακόμα έχει η εργατική τάξη. Είναι εκείνο το κομμάτι της εργατικής τάξης που θα επιβιώσει της πληροφορικοποίησης»[2] και το οποίο, επαναστατικοποιώντας τις διαδικασίες της εργασίας και τις σχέσεις παραγωγής, έρχεται να καταλάβει τον ρόλο της πρωτοπορίας στις κοινωνικές εξελίξεις.

Παίρνοντας αφορμή από την παραπάνω, επαληθευμένη, πρόβλεψη του Γκούλντνερ, θα εστιάσω τον σχολιασμό μου στη σημερινή διαμόρφωση των μελών της τεχνοδομής, όπως αυτή τελείται υπό την άμεση ή έμμεση επιρροή της τεχνολογικής δυναμικής.

Α) Ο ταξικός προσδιορισμός του στελέχους της τεχνοδομής

Η ανάδειξη της τεχνοδομής ως «τεχνική ιντελιγκέντσιας»

Ο διανοούμενος, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις, είναι άτομο αφοσιωμένο στην κριτική σκέψη και την ανάγνωση, την έρευνα, τη γραφή και την τέχνη, με έντονο προβληματισμό για τις τρέχουσες κοινωνικο-πολιτικές καταστάσεις, γεγονός που τον οδηγεί συχνά να παρεμβαίνει στα δημόσια πράγματα είτε για να υπερασπιστεί μιαν άποψη είτε για να αποκηρύξει μιαν αδικία, καλλιεργώντας ή διαδίδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μιαν ιδεολογία ή υπερασπιζόμενος ένα σύστημα ιδεών[3]. Κάτι παρόμοιο αναφέρει και το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (του Γ. Μπαμπινιώτη) ορίζοντας τον διανοούμενο ως τον άνθρωπο με πνευματικές ενασχολήσεις, ο οποίος παρεμβαίνει στην κοινωνική και πολιτική ζωή με το ιδιαίτερο βάρος που έχει η άποψή του.

Υπό το φως της παραπάνω ερμηνείας, θα έλεγε κανείς πως τα υψηλής επιστημονικής εξειδίκευσης στελέχη των επιχειρήσεων δικαιολογημένα εντάσσονται στον κύκλο των διανοουμένων λόγω του ότι χρησιμοποιούν την τεχνοεπιστήμη[4] και εν γένει τη γνώση ως οδηγό της δράσης τους. Το έργο τους δεν είναι μεν καλλιτεχνικό ή πνευματικό, είναι όμως αποτέλεσμα διανοητικής εργασίας, συχνά μάλιστα πρωτότυπο ή καινοτόμο, ενώ μέσω αυτού του έργου και των διαδικασιών παραγωγής του παρεμβαίνουν καθοριστικά στην ανθρώπινη συνείδηση, στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων και στους τρόπους συμπεριφοράς τους.

Η ένταξη των στελεχών των διοικητικών και κυρίως διευθυντικών στελεχών στην ιντελιγκέντσια έγινε κατ’ αρχάς από αριστερούς μελετητές κατά τη μεταπολεμική εποχή, αναφορικά με τους κομματικούς διανοούμενους της Σοβιετικής Ένωσης και των εξαρτημένων από αυτήν καθεστώτων που ηγούντο της κρατικής γραφειοκρατικής δομής. Καθώς η μαρξιστική σκέψη στηριζόταν στη θεμελιακή ταξική αντίθεση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, δεν ελάμβανε υπόψη της την τάξη των διαχειριστών, όπως επισημαίνει στο προαναφερθέν άρθρο του ο Καραμπελιάς, περιγράφοντας τον διχασμό του κομμουνιστικού κινήματος ανάμεσα σε όσους υποστήριζαν την αυτοδιαχείριση εκ μέρους των ίδιων των εργαζομένων, άρα τον εξοπλισμό της εργατικής τάξης με την αναγκαία διαχειριστική γνώση, και σε όσους υποστήριζαν το κόμμα ως πολιτικό φορέα, ηγετική κεφαλή και διαχειριστή της κοινωνικής ανατροπής, αποτελούμενο από επαναστάτες-διανοούμενους, δρώντες εν ονόματι του προλεταριάτου. Τελικά, η επιλογή της δεύτερης θέσης από τη Σοβιετική Ένωση και τα υποτελή σε αυτήν καθεστώτα ανέδειξε τα ηγετικά στελέχη της κρατικής γραφειοκρατίας, υπεύθυνα σε μεγάλο βαθμό για τις ατασθαλίες που όλοι γνωρίζουμε. Παράλληλα, ωστόσο, παρατηρήθηκε πως και στη Δύση, κάτω βεβαίως από άλλους μηχανισμούς, ευνοήθηκε η ανάπτυξη της τάξης των τεχνοεπιστημόνων-διαχειριστών του κεφαλαίου με καθοριστική επίδραση στις κοινωνικές εξελίξεις.

Την ίδια περίπου εποχή, συστημικοί θεωρητικοί θα υποστηρίξουν ότι τα στελέχη της τεχνοδομήςανήχθησαν σε παράγοντες κοινωνικής διαταραχής προκειμένου να επιτευχθεί ένα νέο επίπεδο ισορροπίας στον κλονιζόμενο κόσμο του κεφαλαίου.Όλοι, λίγο ή πολύ, συμφώνησαν πωςη σημαντικότητα του ρόλου τους επηρεάζει την ίδια τους τη συνείδηση ούτως ώστε, από υποκείμενα διαπνεόμενα από πίστη στην οργανωσιακή ιεραρχία, να μεταβάλλονται σε ειδικούς επιλυτές προβλημάτων, πρόθυμους να μετακινούνται από εταιρεία σε εταιρεία μέσα στα ευρύτερα όρια της οικονομίας, αλλά και άλλων κοινωνικών συστημάτων, αποβλέποντας μόνο στην προσωπική τους καταξίωση και εισοδηματική βελτίωση.

Και στις δύο σχολιασθείσες θεωρητικές προσεγγίσεις τα επιστημονικά, διευθυντικά στελέχη των οργανισμών αντιμετωπίστηκαν ως δρώντα υποκείμενα, ικανά να επηρεάζουν την υπάρχουσα κοινωνική κατάσταση και κουλτούρα και, υπ’ αυτήν τους την ιδιότητα, να εντάσσονται στην τάξη της ιντελιγκέντσιας.Ωστόσο, η αποδοχή των επιστημόνων-διαχειριστών ως μελών μιας ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης δεν έγινε από τους στοχαστές με μαρξιστική παιδεία χωρίς προβληματισμό. Ορισμένοι τους θεώρησαν και τους θεωρούν μέρος της μικροαστικής τάξης, τους οποίους προσεταιρίζεται, ανάλογα με την πολιτική της δύναμη, πότε η τάξη του προλεταριάτου και πότε η τάξη του κεφαλαίου[5]. Το άρθρο του Γκούλντνερ, το οποίο γράφηκε εκείνη την εποχή, είναι αποκαλυπτικό αυτού του προβληματισμού. Παρότι ο ίδιος αμφιβάλλει για τον χαρακτηρισμό ως τάξεως των διευθυντικών στελεχών, τελικά τον επιλέγει μέσα από ένα ευρύτερο πλαίσιο θεωρητικών προσεγγίσεων.

Η κοινωνική τάξη

Ο όρος «κοινωνική τάξη», ενώ αρχικά συνδεόταν με τις κοινωνικές σχέσεις που ανέπτυσσαν τα άτομα κατά τη διαδικασία της εργασίας, όπως και με την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στις μέρες μας, είναι περισσότερο δηλωτικός των κοινών οικονομικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών που διακρίνουν συγκεκριμένες ομαδοποιήσεις ατόμων. Παρότι έχει απωλέσει μέρος της ερμηνευτικής βαρύτητας που είχε κατά τη βιομηχανική εποχή, εν τούτοις, η παρακμή του δεν είναι η ίδια σε κάθε χώρα. Κοινωνίες με υψηλή κινητικότητα από τάξη σε τάξη (επί παραδείγματι οι ΗΠΑ) εξέφρασαν δυσπιστία απέναντι στην αξιοποίηση από την κοινωνιολογία του όρου «κοινωνική τάξη» ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα,[6] ενώ άλλες κοινωνίες, στις οποίες ήταν ισχυρή η ταξική διαφοροποίηση (όπως η Μεγάλη Βρετανία), η ταξική τοποθέτηση των μελών της εξακολουθεί να ορίζει την κοινωνική τους ταυτότητα[7]. Θα έλεγα πως, στις σύγχρονες κοινωνίες, ισχύει περισσότερο η άποψη του Βέμπερ, ο οποίος, χωρίς να παραγνωρίζει τον όρο κοινωνική τάξη για την οικονομική θέση κάποιου, εν τούτοις υποστηρίζει πως τα υλικά δεδομένα της κοινωνίας συνοδεύονται από τα ιδεολογικά, έτσι ώστε το κοινωνικό στάτους ενός ατόμου να έχει την ίδια αξία με τη θέση του στην παραγωγή. Θα πρόσθετα πως αρκετές φορές την υπερβαίνει, καθώς, στην εποχή μας η κινητικότητα των ατόμων και η μεταβλητότητα των επαγγελμάτων έρχεται πολύ γρήγορα να μεταβάλει τη θέση των εργαζομένων στην παραγωγή.

Γνωρίζουμε πως η έννοια της τάξης έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών τάσεων της μαρξιστικής οπτικής, από τον «δομικό» μαρξισμό των Αλτουσέρ, Πουλαντζά, Μπαλιμπάρ, έως τον «ανοιχτό» μαρξισμό των Holloway, Clarke, Bonefeld και άλλων –με ρίζες στον Λούκατς και στον Αντόρνο–, προκειμένου να δοθεί μια απάντηση στους ταξικούς αγώνες μέσα από την ταξική συνειδητοποίηση των εργαζομένων, με επακόλουθο την εξ αντικειμένου επαναστατική τους δυνατότητα. Ωστόσο, η έννοια της τάξης, με το να υποδηλώνει, εκτός των άλλων, πως η συνείδηση δεν αναδεικνύεται μόνο μέσα από τις δικές της εμπειρίες και αναπαραστάσεις, αλλά και από την επίδραση των δομικο-λειτουργικών παραγόντων του κοινωνικού της περιβάλλοντος, δηλαδή από το τεχνολογικό-παραγωγικό οικοδόμημα επί του οποίου διαδραματίζονται οι κοινωνικές σχέσεις, επιτρέπει στον μαρξισμό να αποσπαστεί από ανθρωποκεντρικές οπτικές, σε αντίθεση με τις ιδεαλιστικές οπτικές όπου η δρώσα συνείδηση ή ο ανθρώπινος νους είναι οι συντελεστές του πραγματικού[8].

Ως εκ τούτου, οι αρνητές του μαρξισμού, αν θελήσουν να απομακρυνθούν από μια ανθρωποκεντρική οπτική, θα πρέπει να καταλάβουν πως η παράκαμψη της «κοινωνικής τάξης» έχει νόημα μόνον όταν αντικατασταθεί από μια άλλη εννοιολογική κατηγορία η οποία, χωρίς να είναι ανθρωποκεντρική, θα συνδέει το τεχνολογικό/παραγωγικό στοιχείο με το νόημα, προκειμένου μέσα από αυτήν την κατηγορία να καταστεί δυνατή η σύγχρονη διαφοροποίηση της κοινωνίας. Τέτοια κατηγορία είναι κατά τη γνώμη μου το «κοινωνικό σύστημα», όπως το εννόησε ο Νίκλας Λούμαν[9], το οποίο κατορθώνει να συζευγνύει την τεχνολογία με το κοινωνικό νόημα όπως θα δούμε πιο κάτω. Παρουσιάζει ωστόσο ενδιαφέρον να παρατηρηθεί πως οι αριστεροί θεωρητικοί, που ασχολήθηκαν με τον ταξικό προσδιορισμό της τεχνοδομής, δεν εστίασαν στην επίδραση των τεχνολογικών παραγόντων επί της συνείδησης και δράσης των στελεχών της, γεγονός που θα έθετε σε διαφορετικό ερμηνευτικό πλαίσιο την παρέμβασή τους στα πράγματα της κοινωνίας.

Β) Η εξέλιξη της τεχνοδομής

Ιστορική επισκόπηση

Είναι περίεργο που οι εισηγητές του όρου «τεχνοδομή» δεν επεσήμαναν τη σχέση της με την τεχνολογία. Πιο συγκεκριμένα, δεν διέκριναν τον ρόλο που έπαιξε και παίζει η τεχνολογία στον σχηματισμό του εν λόγω κοινωνικού στρώματος, παρά το γεγονός πως η έννοια «τεχνοδομή» που συνέλαβαν για τον ορισμό του παραπέμπει σαφώς στην τεχνολογία. Ασχολούμενοι σχεδόν αποκλειστικά με την επίδραση την οποία το συγκεκριμένο σώμα ασκούσε στη λειτουργία των επιχειρήσεων και κατά συνέπεια στην ευρύτερη κοινωνία, δέσμιοι μιας ανθρωποκεντρικής οπτικής, δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν τη σημασία των τεχνολογικών μεταβολών και επί της ανθρώπινης συνείδησης αλλά και επί των κοινωνικών σχέσεων. Στο ίδιο σφάλμα περιέπεσαν και οι μαρξιστές θεωρητικοί, καθόσον έριξαν το βάρος της κριτικής τους στο ιδεολογικό πεδίο, πράγμα που τους εγκλώβισε σε εσωτερικές διαμάχες –ανάμεσα σε δομικό και ανοιχτό μαρξισμό– ως προς την ερμηνεία της τάξης ή ως προς την πολιτική στάση των μελών της τεχνοδομής.

Υποστηρίζω πως, για να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση των τεχνοεπιστημόνων ως μελών της ιντελιγκέντσιας, είμαστε προηγουμένως υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τη σημασία του τεχνολογικού παράγοντα στη διαμόρφωσή τους. Για να συλλάβουμε αυτή τη σημασία, θα παρουσιάσουμε έστω και εν συντομία την εξέλιξη του εν λόγω κοινωνικού σώματος, όπως αυτή περιγράφηκε τα τελευταία χρόνια από τη Θεωρία των Οργανώσεων και της Διοίκησης προκειμένου να αναδειχθεί η σχέση του με τις τεχνολογικές αλλαγές.

Από τη δεκαετία του 1920, ήδη, έως τα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής εποχής, επικρατούσε στην οργάνωση της εργασίας το σειριακό μοντέλο της γραμμής παραγωγής και η εξουσία του μεγάλου ιδιοκτήτη, ενώ η επιστήμη του μάνατζμεντ έκρινε θετικά το φορντιανό μοντέλο της επιστημονικής διοίκησης όπως και τον αντίστοιχο τύπο του μάνατζερ[10]. Μέχρι τότε, το διευθυντικό στέλεχος διακρινόταν από ομοιομορφία τρόπων και συμπεριφορών, όλα εναρμονισμένα με την κανονικότητα των σειριακών διαδικασιών.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχίζει να μεταβάλλεται η σχέση ανάμεσα στα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων και τους μετόχους. Oι επιστημονικές τεχνικές που εφαρμόστηκαν κατά τον πόλεμο εισήλθαν στον χώρο των επιχειρήσεων. Τα μοντέλα της επιχειρησιακής έρευνα (operational research) εφαρμόστηκαν στη λήψη των αποφάσεων, σε ζητήματα ουρών αναμονής όπως και διαχείρισης αποθεμάτων, ενώ οδήγησαν στον προγραμματισμό (γραµµικό και µη γραµµικό) των οικονομικών δραστηριοτήτων. Η μαθηματική θεωρία παιγνίων και η προσοµοίωση επιστρατεύτηκαν για τη λύση επιχειρηματικών προβλημάτων, όπως και οι τεχνικές δικτύων. Την ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν πολλά επιχειρηματικά μοντέλα βασισμένα στα μαθηματικά και τη στατιστική, όπως το project management, η critical path method και η project evaluation and review technique ή PERT. Είναι η εποχή όπου ανατέλλει και εξαπλώνεται παγκοσμίως το πρότυπο της μεγάλης μετοχικής εταιρείας με την πληθώρα των μετόχων, με τους διευθύνοντες συμβούλους και επιστήμονες-διαχειριστές, αλλά και της εξειδικευμένης παραγωγής.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της έξαρσης των τεχνικών διοικητικών μεθόδων, ο ρόλος του μάνατζερ λαμβάνει ιδιαίτερη έμφαση, με αποτέλεσμα όσοι είχαν οδηγήσει επιτυχημένα τις οργανώσεις τους στην επίτευξη υψηλών κερδών να γίνουν περιζήτητοι από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ήταν τότε που ακούστηκε ο όρος «τεχνοδομή» και θεωρήθηκαν τα υψηλόβαθμα επιχειρηματικά στελέχη ως οι ηγέτες της καπιταλιστικής οικονομίας. Αρχίζει δειλά να εμφανίζεται ο ηλεκτρονικός προγραμματισμός και ο αυτοματισμός των παραγωγικών διαδικασιών, γεγονός που ανατρέπει τη σχέση χρόνου εργασίας και ελεύθερου, όπως και τη διάκριση και σπουδαιότητα μεταξύ παγίου και κυκλοφοριακού κεφαλαίου[11]. Η εντατικοποίηση της εργασίας δεν αναφέρεται πλέον στον εργαζόμενο αλλά στη μηχανή, ουσιαστικά, στην εκμηδένιση του νεκρού χρόνου που μεσολαβεί ανάμεσα στις λειτουργίες της, έτσι ώστε η μηχανή να δύναται να κινείται ακατάπαυστα, ενώ μέρος της εργασίας από άμεση να μετατρέπεται σε έμμεση, σε εργασία δηλαδή παρακολούθησης των μηχανών και διαχείρισης του χρόνου.

Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, έχει ήδη αλλάξει δραματικά όχι μόνο η σχέση υπαλλήλων-εργαζομένων στους χώρους παραγωγής αλλά και ο τρόπος αναπαραστάσεως και συνεπώς κατανοήσεως της πραγματικότητας. Υπενθυμίζουμε πως είναι η εποχή όπου ο Μπωντριγιάρ πρωτομίλησε για τη συγχώνευση παραγωγής και κατανάλωσης και για τη δυναμική των συμβόλων στον τομέα της γνώσης[12]. Στον τόπο παραγωγής, οι σχεδιαστές και οι προγραμματιστές, οι ιθύνοντες της υπολογιστικής σκέψης και μηχανικής, αξιοποιώντας όλα τα σύγχρονα εργαλεία για την ανάπλαση του πραγματικού (π.χ. κάμερες, αισθητήρες βάθους και αισθητήρες κίνησης), έχουν μπροστά τους σε τρισδιάστατη εικόνα το υπό κατασκευή αντικείμενο, το οποίο οι ίδιοι θα λανσάρουν και θα αξιοποιήσουν στην αγορά. Όλα τα αντικείμενα, αργά αλλά σταθερά, μετατρέπονται σε συνθέσεις εικονοκυττάρων εμφανισμένων στην οθόνη του υπολογιστή.

Οι αλλαγές που ακολούθησαν έως τις αρχές του νέου αιώνα ανέτρεψαν τον ιδεότυπο του πλήρως απελευθερωμένου μάνατζερ της ατομικής βούλησης και προσπάθειας. Ας μην ξεχνάμε πως, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, ο αυτοματισμός και η υπολογιστική επιστήμη αρχίζουν να εξαπλώνονται σε όλη την οικουμένη. Η παγκοσμιοποίηση της ηλεκτρονικά παραγομένης πληροφορίας ανάγει το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο σε κύρια πηγή κερδοφορίας, ενώ η εργασία γνώσης εκτοπίζει από την ηγεμονική της θέση ως πηγή υπεραξίας την κλασική εργατική δύναμη. Ταυτόχρονα, έχουμε τη στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό, όπου η μεγέθυνση του κέρδους έγινε ξανά ο κινητήριος μοχλός της οικονομίας. Το γεγονός αυτό ώθησε μεγάλες εταιρείες να στρέψουν την επενδυτική τους δραστηριότητα προς τις χώρες χαμηλού εργατικού δυναμικού και την υιοθέτηση νέων επιχειρηματικών μορφών, όπως το outsourcing και η εξ αποστάσεως διοίκηση, με συνέπεια την ανάδειξη μικρών επιχειρήσεων, χρηματοδοτημένων από venture capitals.

Εν τω μεταξύ, καθώς επεκτείνεται η τεχνολογία των υπολογιστών, προάγεται ταχύτατα η σύνδεσή της με τις τεχνολογίες της επικοινωνίας, με αποτέλεσμα στις αρχές της νέας χιλιετίας να έχουν δημιουργηθεί νέα δεδομένα για την τεχνοδομή. Η ταχύτατη εξάπλωση της ψηφιοποίησης ολοκληρώνει τις αλλαγές που είχαν δρομολογηθεί από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, όχι μόνο στον τομέα της οικονομίας αλλά και σε αυτόν της κουλτούρας, εγκαθιστώντας οριστικά την εποχή της εικονικότητας. Εργοστάσια κολοσσοί εισέρχονται σε φάση παρακμής ενώ το εικονικό κεφάλαιο, και εννοώ το χρηματοπιστωτικό, ανοίγει τους ορίζοντες της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας μαζί με τη μετατροπή των ταξικών κοινωνιών σε μαζικές κοινωνίες. Τα νέα διοικητικά στελέχη είναι οι διακινητές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και οι γνώστες της εικονικής διαχείρισης.

Οι οργανώσεις μετατρέπονται σε κόμβους δικτύων. Οι σύγχρονες μεγάλες εταιρείες, όπωςοι Amazon, eBay, Google, Facebook, Uber και άλλες, αποτελούν δικτυώσεις επιχειρήσεων, ή το κέντρο επιχειρηματικών μονάδων συνδεδεμένων διαδικτυακά με άλλες μικρότερες. Πρόκειται για δικτυώσεις μετατρεμμένες τελικά σε ψηφιακές πλατφόρμες, επί των οποίων το στελεχικό δυναμικό, οι πελάτες και οι μέτοχοι, αλληλεπιδρώντας μεταξύ τους, καθίστανται εναλλάξ παραγωγοί και καταναλωτές. Αυτό δεν υπονοεί πως η κατανομή του εισοδήματος είναι ισότιμη, κάθε άλλο. Καθώς όμως η διαταξικές διαμάχες είναι σε υποχώρηση, υπονοεί πως οι ελαστικές δομές των δικτύων και οι διαδικασίες που τις ενεργοποιούν είναι οι μεγάλοι παράγοντες των αλλαγών και όχι το ανθρώπινο υποκείμενο.

Ο όρος «δομές» δεν παραπέμπει εν προκειμένω σε κάτι πάγιο αλλά σε κάτι οργανικό, με ιδιότητες σχεδόν βιολογικές, ελαστικό και συνάμα εύθραυστο και ευπροσάρμοστο. Κι αυτό, διότι φύγαμε από την οικονομία των δύο όψεων, της παραγωγής και της κατανάλωσης, και μεταβήκαμε στην ενιαία οικονομία της γνώσης και της ψηφιακής επικοινωνίας και, μαζί με αυτήν, στον κόσμο της αδιαιρετότητας μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης όπως αυτή εκδηλώνεται στα πεδία της εικονικότητας (virtuality).

Εικονικότητα και τεχνοδομή

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία του virtual (του εικονικού), του μη εισέτι πραγματικού αλλά δυνάμενου να πραγματοποιηθεί. Το εικονικό υποδηλοί εκείνο που δεν ανήκει στην υλική, φυσική πραγματικότητα, εν τούτοις κατορθώνει να την αναπαραστήσει. Πρόκειται για την αναπαράσταση κάτι ασώματου, για ένα μοντέλο συγκροτημένο από κωδικούς, που λειτουργεί ως πραγματικό, επιφέροντας συνέπειες επί του πραγματικού. Το εικονικό αντικείμενο, όπως και το έργο τέχνης, χρησιμοποιεί μια γλώσσα συμβόλων με σκοπό να προετοιμάσει την επερχόμενη πραγματικότητα και να την καταστήσει διαχειρίσιμη. Ο κόσμος μετατρέπεται σ’ ένα άπειρο από σύμβολα, κωδικούς και προγράμματα ικανά να παράγουν εντολές, να κατευθύνουν διαδικασίες και σχέδια, μεταβάλλοντας τελείως όχι μόνο τον κόσμο της εργασίας αλλά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Η ψηφιακή κωδικοποίηση στηρίζεται σε έναν νέο προσανατολισμό της γνώσης. Η τελευταία δεν απευθύνεται στον φυσικό κόσμο, παρά σε έναν κόσμο αόρατο ή, καλύτερα, αθέατο, εικονικό, όπου η κατασκευή των πραγμάτων δεν έχει τόση σημασία όσο η χειρισμός των διαδικασιών των απαιτουμένων για την παραγωγή τους. Σ’ αυτόν τον κόσμο είναι μπλεγμένοι οι εργαζόμενοι. Ανάλογα δε με τη θέση τους στον εικονικό κόσμο διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: στην πρώτη, ανήκουν οι πολλοί, οι απλοί παρακολουθητές των ψηφιακών διαδικασιών, της αυτονομημένης λειτουργίας των μηχανών, οι σιωπηλοί παρατηρητές των προγραμματισμένων ενεργειών, οι απορροφημένοι από τις προσταγές μας γλώσσας που δεν την ακούν αλλά την υπακούουν, όσοι μετατρέπονται σε αυτοματοποιημένο τμήμα της όλης υπολογιστικής επεξεργασίας. Στη δεύτερη, οι διαχειριστές της επικοινωνίας. Δηλαδή, οι εργαζόμενοι που δεν ασκούν τυφλά, υποταγμένη στους υπολογιστικούς κωδικούς, εργασία. Αντίθετα, θέτουν ολόκληρο το γνωσιακό και συναισθηματικό τους φορτίο, ήτοι ολόκληρη την υποκειμενικότητά τους, στην υπηρεσία της σχεδίασης και της υλοποίησης άυλων διαδικασιών. Πρόκειται για τους αποκαλούμενους εργαζομένους γνώσης οι οποίοι δραστηριοποιούνται κυρίως σε επιχειρήσεις επιστημονικών αντικειμένων και υπηρεσιών. Δεν έχουν αναλάβει παγιωμένους ρόλους, γι’ αυτό και δεν τους συναντά κανείς σε συγκεκριμένες κλίμακες κάποιων ιεραρχιών, αλλά σε ανακυκλούμενα δίκτυα συμμετοχής, σε θέσεις διεπαφής (interface) μεταξύ ανθρώπου – υπολογιστή, σε εναλλαγή καθηκόντων ανάμεσα σε τομείς όπως η έρευνα, η σχεδίαση, η κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση, η αισθητική μορφοποίηση και η προώθηση της κατανάλωσης, μέσα σε μιαν ακατάπαυστη επικοινωνιακή ροή. Σε αυτή τη ροή κολυμπούν όλοι όσοι δραστηριοποιούνται στον χώρο του Web, οι κάτοχοι της μαθηματικοποιημένης γνώσης, οι τεχνοεπιστήμονες που διαχειρίζονται κωδικοποιημένα δεδομένα, οι γνώστες της διαδικτυακής επικοινωνίας. Όλοι ανήκουν στην τεχνοδομή.

Στην τεχνοδομή δεν ανήκουν, όπως 50 χρόνια πριν, μόνο τα διευθυντικά στελέχη της τεχνοεπιστήμης. Ανήκει πλέον κάθε εργαζόμενος στο επικοινωνιακό τμήμα της ψηφιακής δικτύωσης, ο οποίος έχει υπερβεί και τον ρόλο του μάνατζερ του συμμετέχοντος στην ομαδική εργασία, αλλά και του μάνατζερ δημιουργού και κυνηγού της καινοτομίας, καθώς ο ίδιος αποτελεί σύνθεση ενός κοινωνικο-ανθρωπολογικού μίγματος ικανού να υπερβαίνει τους κλασικούς διευθυντικούς ρόλους. Η υπέρβαση οφείλεται στο γεγονός ότι οι σημερινοί εργαζόμενοι γνώσης, εισάγοντας την υποκειμενικότητά τους στο προτσές της επικοινωνιακής διαδικασίας, γίνονται ταυτόχρονα υποκείμενα και αντικείμενά της. Πρόκειται για άτομα προερχόμενα από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, με υψηλή επιστημονική εξειδίκευση, τοποθετημένα –όχι σταθερά– σε διαφορετικά εισοδηματικά κλιμάκια, χωρίς η συνείδησή τους να παρακινείται από το παραμικρό ίχνος ταξικής πάλης, άλλοτε συνεργαζόμενα και άλλοτε ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους, και τα οποία ωστόσο σφυρηλατούνται ως ατομικότητες μέσω δύο διαφορετικών κινήσεων: της υποκειμενοποίησης και της αντικειμενοποίησης[13]. Ως υποκείμενα, εισάγουν την ανθρωπινότητά τους –τη θρεμμένη με γνώση και συναίσθημα– στα επικοινωνιακά δίκτυα, τα υφασμένα με τους ψηφιακούς κωδικούς. Εξυψώνονται έτσι σε πρωταγωνιστές του ψηφιακού καπιταλισμού, προωθώντας την ψηφιακή τεχνολογία και μεταλλάσσοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα συστατικά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος που τα ανέδειξε. Κι αυτό, διότι με την τεχνοεπιστημονική τους δράση επηρεάζουν το προτσές της εργασίας, τις αξίες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος παραγωγής, την κουλτούρα των φιλελεύθερων κοινωνιών και τις κοινωνικές σχέσεις που για αιώνες έτρεφαν τον καπιταλιστικό σχηματισμό. Ως αντικείμενα, καθίστανται όργανα μιας ταυτόχρονα υλικής και άυλης τεχνικότροπης διαδικασίας που το πνεύμα του ανθρώπου έθεσε σε κίνηση από τη στιγμή της εισόδου του στην ιστορία. Όχι σε μιαν ανοδική κίνηση χεγκελιανού τύπου, δηλαδή μιας μετάβασης προς ανώτερες μορφές αυτοπραγμάτωσης, αλλά προς μια κίνηση όπου η μεν ανθρώπινη σκέψη τείνει προς την εμπραγμάτωσή της, το δε ανθρώπινο σώμα, που ως κιβωτός την προστάτευε, τεχνοποιείται, χάνει τις ζωτικές του ορμές, μετατρεπόμενο σε πεδίο τεχνολογικών εφαρμογών.

Αφήνοντας οι εργαζόμενοι γνώσης να αλωθούν από τη διαδικτυακή γλώσσα, άρα και από τη διαδικτυακή νόηση, καθίστανται παράσιτα για τη συντήρηση των θυλάκων των δικτύων. Μέσα σε αυτούς τους θύλακες δίνουν τη μάχη τους για την ανάπτυξη της γνώσης, παλεύοντας με άλλα ιοβόλα παράσιτα που οι διαδικτυακές, επικοινωνιακές λειτουργίες έχουν γονιμοποιήσει. Στις ροές που η τεχνολογία διέχυσε, οι πρωτεργάτες της ψηφιακότητας γίνονται εκείνοι που παραμερίζουν τα εμπόδια, που διευκολύνουν το ρεύμα να κυλήσει προς έναν πανγαίο ωκεανό, σχηματισμένο όχι από γενεσιουργά κύτταρα υδρογόνου, οξυγόνου, αζώτου, αλλά από μυριάδες πληροφορίες, στον οποίο κάποιοι ισχυρίζονται πως θα βυθιστούν οι Ήπειροι και κάποιοι άλλοι πως θα αποτελέσει τη μήτρα για τη Νέα Γη.

Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι απ’ όταν οι πρωτοπόροι της υπολογιστικής επιστήμης ήταν άτομα ξεχωριστά, προάγγελοι της σημερινής εποχής. Αρχίζοντας από τον Wiener, ιδρυτή της Κυβερνητικής, θα μπορούσε κανείς να φθάσει έως τον Tim O’Reilly, εφευρέτη του Web 2.0 και του Open Source. Σήμερα, ο Steve Jobs, ιδρυτής της Apple, ο Tim Berners-Lee, εφευρέτης του World Wide Web, ο Mark Zuckerberg, εφευρέτης του Facebook, ή ο Jack Dorsey, εφευρέτης του twitter, δεν είναι οι νέοι προφήτες. Είναι κάποιοι που διακρίθηκαν μέσα από τη μάζα των νέων τεχνοεπιστημόνων, σηματοδοτώντας με το πρόσωπό τους τις νέες τεχνολογικές καινοτομίες. Όλοι αυτοί αλλά και οι συνεργάτες και οι μιμητές τους, οι διάσπαρτοι σε όλον τον κόσμο, δεν ανήκουν σε μία τάξη, δεν είναι μέλη της διαφαινόμενης κατά τα τέλη του 1950 τάξης των διανοουμένων διευθυντών. Ανήκουν στη σύγχρονη τεχνοδομή, αποσπασμένοι από τις φυσικές διαστάσεις του χρόνου και του χώρου, όντας αποδεσμευμένοι από τις συγκεκριμένες συνθήκες του πραγματικού, έτοιμοι να ανταποκρίνονται σε κάθε αίτημα που η εικονική στρατόσφαιρα διαχέει. Υπηρετώντας την εικονικότητα, επιδρούν επί του πραγματικού μεταβάλλοντάς το συνειδητά ή ασυνείδητα κατά τρόπο πρωτόγνωρο.

Πράγματι, οι εργαζόμενοι γνώσης, η νέα γενιά της τεχνοδομής, άλλαξαν και συνεχίζουν να αλλάζουν την υπάρχουσα κουλτούρα περισσότερο από κάθε διανοούμενο που θητεύει στο ανθρωπιστικό πεδίο. Το ζήτημα όμως μπορεί να αντιστραφεί: είναι πράγματι αυτοί που επηρεάζουν τον πραγματικό κόσμο, ήτοι τον κόσμο εντός του οποίου καλούμαστε να ζήσουμε, ή είναι οι αναγκαίοι μοχλοί της τεχνολογίας η οποία είναι η παρασκηνιακή δύναμη των αλλαγών;

Μια τέτοια διερώτηση μας οδηγεί αναγκαστικά στην εξέταση της ίδιας της τεχνολογίας και της σχέσης της με την κοινωνία.

Γ) Το σύστημα της τεχνολογίας

Η μορφή της τεχνολογίας: σύζευξη τεχνολογίας και νοήματος

Οι απόψεις για το τι είναι η τεχνολογία, όχι ως τεχνοεπιστημονικό αντικείμενο, ως τεχνούργημα, αλλά και ως διαδικασία κατασκευής, ανάπτυγμα δεξιοτήτων και μοντέλων, εξακολουθούν να κυμαίνονται μεταξύ μιας ντετερμινιστικής και μιας κονστρουκτιβιστικής οπτικής, δηλαδή, μεταξύ όσων την θεωρούν κινητήρια δύναμη των κοινωνικών εξελίξεων, και όσων την αντιμετωπίζουν ως κατασκευή του δρώντος ατόμου για τον χειρισμό των φυσικών στοιχείων και την υποταγή τους στην ανθρώπινη βούληση. Έχω αλλού γράψει[14] ευθυγραμμιζόμενη με τους Deleuze-Guattari[15] και τον Καστοριάδη[16], και προφανώς με τον δάσκαλό τους Leroi-Gourhan, πως η τεχνο-λογία, όπως φανερώνει και η ίδια η λέξη, συνίσταται από την ένωση «χειρονομίας» και ομιλίας, ήτοι τεχνικής και γλώσσας ή –κατά τον Καστοριάδη– αποτελεί σύνθεση μεταξύ μιας αέναης διαδικασίας κατασκευής ή παραγωγής υλικών ή άυλων αντικειμένων (εκφρασμένη με το αρχαίο ελληνικό ρήμα τεύχειν) και ενός λέγειν, ενός δηλαδή λόγου μεστού νοήματος. Υπ’ αυτήν την οπτική, το σημαινόμενο του όρου «τεύχειν» δεν περιορίζεται στο τεχνικό αντικείμενο, αλλά περιέχει και κάθε γνωστική διαδικασία που συντελεί στην παραγωγή και αναμόρφωση των πραγμάτων του κόσμου από τον άνθρωπο, και με αυτό το περιεχόμενο εννοείται στο παρόν άρθρο. Δεδομένου, δε, ότι οι σύγχρονες γνωστικές διαδικασίες αποτελούν αντικείμενο του λόγου της επιστήμης, ο όρος «τεχνολογία» στο παρόν άρθρο έρχεται να αντικαταστήσει το καστοριαδικό τεύχειν. Το δε «λέγειν» κατανοείται ως η γλώσσα της επικοινωνίας. Ουσιαστικά αναφέρεται στο αναβλύζον νόημα από τις γλωσσικές διαδικασίες της επικοινωνίας. Κατόπιν αυτού, το ζεύγος τεχνολογία και νόημα συνθέτει τις δύο όψεις μιας «μορφής» η οποία αναδύεται από το τελεστικό σχήμα της ένωσής τους και η οποία αποτελεί εξέλιξη της αρχικής, θεμελιώδους κοινωνικής θέσμισης τεύχειν και λέγειν, προς την οποία συμμορφώνεται κάθε είδος κοινωνικής ζωής.

Βάσει των παραπάνω, η τεχνολογία δεν λειτουργεί ντετερμινιστικά αφού πάντα συνενώνεται με το νόημα που το ίδιο το κοινωνικο-ιστορικό[17] παράγει. Ωστόσο, και το κοινωνικο-ιστορικό δεν μπορεί να συστήσει νόημα χωρίς τις λειτουργικές προϋποθέσεις που του παρέχει η τεχνολογία. Μια τέτοια θεώρηση υπαινίσσεται τη μεταβλητότητα της κοινωνικής θέσμισης, ήτοι της μορφής που προκύπτει από τη σύζευξη τεχνολογίας και νοήματος.

Η έννοια της μορφής έχει τις ρίζες της στον Χούσερλ, ίσως και στον Σωσύρ, κατά τον οποίον η διαφορά σημαίνοντος-σημαινομένου, μέσα από τη σύνθεση των δύο όρων, προσλαμβάνει τη μορφή του σημείου. Μια παρόμοια άποψη υιοθετεί για το «σύστημα» ο Νίκλας Λούμαν, θεωρώντας πως μια οντότητα αναδεικνύεται σε σύστημα εφόσον συλληφθεί ως διαφορά σε σχέση με το περιβάλλον της[18]. Τα στοιχεία που συγκροτούν το σύστημα είναι εξ ανάγκης διαφορετικά από τα στοιχεία του περιβάλλοντος, αλλιώς δεν θα ήταν δυνατή η διάκριση συστήματος περιβάλλοντος. Εάν θεωρήσουμε την τεχνολογία ως σύστημα και αναλύσουμε όλους τους παράγοντες που το συνιστούν (υλικά, διαδικασίες, μέθοδοι), θα διαπιστώσουμε πως η φύση τους είναι η τεχνική πληροφορία, μια πληροφορία που μας λέει πώς γίνεται και λειτουργεί κάτι, ενώ περιβάλλον της είναι η κοινωνία. Στο θεωρητικό μας μοντέλο, η κοινωνία είναι το σύνολο των επικοινωνιών, η δε επικοινωνία κατανοείται ως πληροφορία που έχει νόημα και μπορεί να μεταδοθεί. Το νόημα είναι το βασικό στοιχείο της κάθε επικοινωνίας, κατά συνέπεια αποτελεί τη βάση του κοινωνικού. Αυτό το νόημα χρειάζονται οι τεχνικές πληροφορίες, γι’ αυτό και η σύνδεση τεχνολογίας-κοινωνίας είναι ουσιαστικά σύνδεση τεχνολογίας-νοήματος. Η οντότητα/σύστημα κρύβει αλλά δεν ακυρώνει την άλλη της όψη, δηλαδή το περιβάλλον της, αναγόμενη έτσι σε μορφή. Υπ’ αυτήν την έννοια, η μορφή η προκύπτουσα από τη σύζευξη τεχνολογίας και νοήματος λαμβάνει το όνομα της τεχνοκρατίας και με αυτό το όνομα εγκαθίσταται στο φαίνεσθαι.

Σε κάθε περίπτωση, στη μορφή, τα δύο συνδεδεμένα στοιχεία που τη συγκροτούν δεν συγχωνεύονται παρά συζευγνύονται, άρα διατηρούν την αυτονομία τους. Η λέξη «σύζευξη» για την ένωση των δύο μερών της μορφής είναι η πιο κατάλληλη, αν σκεφθούμε πως το ίδιο συμβαίνει και στις ανθρώπινες συζεύξεις, με πιο χαρακτηριστική τον γάμο. Τα δύο άτομα, παρότι σχηματίζουν τη μορφή «ζευγάρι», δεν διαλύονται μέσα σε αυτό. Κάθε ένα επιλέγει από το άλλο τα στοιχεία που χρειάζεται για τη δική του αυτοσύσταση ή αυτοαναφορά.

Η λειτουργία του νοήματος

Το τεχνολογικό σύστημα, όπως το ερμηνεύσαμε, δεν παράγει νόημα, καθώς η φύση του όπως είπαμε είναι τεχνική, δηλαδή πληροφορίες που αναφέρονται στο είδος και τη λειτουργικότητα του τεχνικού[19]. Νόημα παράγει ο άνθρωπος και η κοινωνία που γεννιέται μέσα από τα δίκτυα της επικοινωνίας του εγώ με τους άλλους. Συνεπώς, το σύστημα της τεχνολογίας αναζητά από την κοινωνία το αναγκαίο νόημα προκειμένου να προωθήσει την παραγωγή των τεχνολογικών του δεδομένων, το δε σύστημα της κοινωνίας, με τη σειρά του, επιλέγει από την τεχνολογία τις χρειαζούμενες τεχνικές πληροφορίες για τη δική του αυτοπαραγωγή. Αν, συνεπώς, δεχθούμε ότι η επικοινωνία, και μέσω αυτής το νόημα, είναι το αιτούμενο για την αυτοπαραγωγή της κοινωνίας, οι τεχνολογικές πληροφορίες είναι αναγκαίες για την ενεργοποίηση, αναδιάταξη, λειτουργικότητα και επέκταση του νοήματος.

Ένα παράδειγμα θα βοηθήσει στην κατανόηση της θέσεως αυτής. Ας πάρουμε την περίπτωση της γραφής, με την οποία ασχολήθηκε πλήθος κοινωνικών επιστημόνων και φιλοσόφων, από τον Mumford και τον McLuhan έως τον Derrida. Η γραφή είναι μια από τις τεχνικές της αναπαράστασης που εφηύρε και χρησιμοποίησε ο άνθρωπος σε κάποια στιγμή της ιστορίας του. Αναπαριστώντας ο νους ένα φυσικό ή πολιτισμικό αντικείμενο, χρησιμοποίησε την τεχνική της εγγραφής προκειμένου να αποθηκεύσει τη συγκεκριμένη αναπαράσταση, να την επεξεργαστεί και να τη μεταδώσει. Μπορεί να ξεκίνησε από τη χάραξη μιας πέτρας, συν τω χρόνω όμως η εγγραφή συζεύχθηκε με το νόημα της κοινωνίας και εξελίχθηκε σε μια τεχνολογία που ανέπτυξε ποικίλες τεχνικές σημειογραφίας (όπως είναι η εικονική, αλφαβητική, αριθμητική ή και η μουσική γραφή), σύνταξης και απεικόνισης των σημείων της (τεχνικές συντακτικού, γραμματικής, ορθογραφίας, κ.ά). Παρότι το τεχνολογικό σύστημα «γραφή» άντλησε από το κοινωνικό νόημα στοιχεία που συνέβαλαν στη βελτίωση των τεχνικών του δυνατοτήτων, το ίδιο με τη σειρά του επέδρασε καταλυτικά στην κοινωνία που το εφήρμοσε. στους τρόπους απόκτησης γνώσης και αλλαγής των πολιτισμικών συμπεριφορών.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια διευκρίνιση σχετικά με την έννοια του νοήματος που χρησιμοποιούμε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Μιλώντας για νόημα δεν γίνεται υπαινιγμός στις γενεσιουργές του πηγές παρά στη λειτουργία του. Αυτό δεν σημαίνει πως το νόημα δεν παράγεται από την ανθρώπινη εμπειρία, όμως εδώ γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός των φαινομενολόγων πως κάθε εμπειρικό συμβάν παραπέμπει αμέσως σε κάτι πέραν αυτού.[20] Αυτή η υπέρβαση του εμπειρικού υπονοεί μια διαδικασία μετάβασης από το ήδη υλοποιημένο στο δυνάμει, καθίσταται δε εφικτή μέσω του νοήματος και αυτή η υπέρβαση τελείται στους τόπους όπου το νόημα αναπτύσσεται και κυκλοφορεί, δηλαδή στα δίκτυα της ανθρώπινης αλληλόδρασης και των κοινωνικών σχέσεων, με λίγα λόγια, στο πεδίο της κοινωνίας, εκεί όπου η ανθρώπινη συνείδηση αλληλοδρά και επικοινωνεί με τους άλλους.

Στον τόπο του ιστορικο-κοινωνικού, το νόημα λαμβάνει τη μορφή της νοήμονος πληροφορίας η οποία έχει την ανάγκη της εκφοράς της, έχει ανάγκη να γίνει επικοινωνία. Αυτή την πληροφορία, στο πλαίσιο της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης, την παρέχει σε μεγάλο ποσοστό το σύστημα της τεχνολογίας. Τις δικές του πληροφορίες απορροφά η κοινωνία, τις επενδύει με νόημα και μόνο έτσι αυτές δύνανται να αξιοποιηθούν και να κυκλοφορήσουν εντός συγκεκριμένου κοινωνικο-ιστορικού. Κατόπιν αυτού, συμπεραίνουμε ότι είναι οι επενδυμένες με νόημα τεχνολογικές πληροφορίες που δημιουργούν ένα πλεόνασμα προθέσεων και σκοπεύσεων. Προφανώς δεν είναι οι μόνες, όμως στον σύγχρονο τεχνοκρατικό πολιτισμό παίζουν σημαντικό ρόλο στην πρόκληση των κατάλληλων ερεθισμών για τη γένεση του νοήματος αλλά και για το σπρώξιμό του προς τα εμπρός, προς μιαν εικονική πραγματικότητα, αναπαράγοντας έτσι τον ισχύοντα πολιτισμό. Συζευγμένες με το νόημα σε τεχνοκρατική μορφή ωθούν στην εποχή μας το εμμενές προς το δυνητικό/εικονικό.

Το παράδειγμα του κορωνοϊού, που εμφανίστηκε στις αρχές του 2020, είναι χαρακτηριστικό. Πρόκειται για έμβιο οργανισμό, ο οποίος όμως δεν θα ήταν δυνατόν να εντοπιστεί και να καταπολεμηθεί χωρίς την τεχνολογία της ψηφιακής του αναπαράστασης[21]. Πράγμα που υπονοεί ότι ο ιός, όπως σήμερα τον γνωρίζουμε και τον κατανοούμε, κινείται στο πεδίο της εικονικότητας, όχι του όντος πραγματικού, γι’ αυτό και τον συλλαμβάνουμε με τις τεχνολογίες της εικονικότητας (ή της ψηφιακής αναπαράστασης). Τα όπλα που επιστρατεύθηκαν για την κατανίκησή του από τους ειδικούς επιστήμονες –και δεν αναφέρομαι στα κοινωνικά μέτρα που επιβλήθηκαν για την μη εξάπλωσή του– ήταν πάλι της ψηφιακής τεχνολογίας, καθώς η διερεύνηση και δοκιμή γίνονταν μέσα στα σύγχρονα τεχνολογικά εργαστήρια. Όλες οι εφαρμοσθείσες τεχνικές ωθούσαν προς τη διεύρυνση του νοήματος προκειμένου να ανακαλύψουν δυνατότητες κρυμμένες στην εικονική αναπαράσταση του ιού αλλά και στις εμπειρίες των θυμάτων του ενώ, ταυτόχρονα, βελτίωναν με καινοτόμες λύσεις τις υπάρχουσες τεχνικές και, κατά συνέπεια, εξέλισσαν την τεχνοκρατική μορφή.

Τα συμβολικά μέσα

Αναφερόμαστε στη σύζευξη τεχνολογίας-νοήματος σαν να ήταν κάτι φυσικό, χωρίς να αναρωτιόμαστε πώς τελείται η δεδομένη σύζευξη. Σε αυτήν τη διερώτηση καλούμαστε να απαντήσουμε.

Στον σύγχρονο κόσμο, οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα κοινωνικά συστήματα τελούνται βάσει κάποιων γενικών συμβολικών μέσων που αξιοποιούνται ως σύνδεσμοι της μεταξύ τους επικοινωνίας. Τα συμβολικά μέσα είναι συμπυκνώσεις νοήματος μέσα στο πλαίσιο συγκεκριμένου πολιτισμού γι’ αυτό και κατανοούνται από τους συμμετέχοντες στον συγκεκριμένο πολιτισμό. Για παράδειγμα, το χρήμα είναι ένα γενικό συμβολικό μέσον για τις οικονομικές επικοινωνίες αφ’ ότου οι κοινωνίες ξεπέρασαν το στάδιο της ανταλλαγής σε είδος. Η συμβολική μορφή όμως κάθε χρηματικού μέσου (μέταλλο, χαρτί, κάρτα) είναι προϊόν συγκεκριμένου ιστορικού πολιτισμού. Υπ’ αυτό το πρίσμα, αναρωτιέται κανείς για το ποιο είναι το συμβολικό μέσον που διαθέτει το τεχνολογικό σύστημα προκειμένου να συνδεθεί με το νόημα της κοινωνίας. Η πρόταση αυτού του άρθρου είναι πως, καθώς το νόημα πηγάζει από το κοινωνικο-ιστορικό, το συμβολικό μέσον της σύνδεσης του νοήματος με την τεχνολογία δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στην τεχνική λειτουργικότητα την οποία χρειάζεται η κοινωνία για τη γένεση, διάταξη και προώθηση του νοήματος. Όχι όμως σε μια απλή λειτουργικότητα που θα εξαντλείται. όπως προτείνει ο Reichel[22], στον κωδικό «λειτουργεί/δεν λειτουργεί», αλλά στο «προωθεί το νόημα/δεν το προωθεί». Κι αυτό, διότι το τεχνολογικό σύστημα δεν είναι ένα κλειστό σύστημα, αλλά ένα αυτοπαραγόμενο σύστημα, το οποίο για να αυτοπαράγεται, έχει ανάγκη τη συνεχή του τροφοδότηση με νόημα. Άρα, το ίδιο το τεχνολογικό σύστημα πρέπει να εσωκλείει έναν κωδικό, ένα είδος μηχανισμού, όπως «προώθηση του νοήματος/μη προώθηση», προκειμένου να στρέφει τις παρατηρήσεις του προς την κοινωνία αλλά και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η τεχνολογία αυτοπαράγεται και λειτουργεί όχι μόνο διότι συμβάλλει στη λειτουργικότητα των κοινωνικών πρακτικών, αλλά και διότι προωθεί το κοινωνικό νόημα πέρα από τα όρια που έχουν σηματοδοτήσει τα παροντικά της συμβάντα, προς έναν ορίζοντα δυνατοτήτων, συμβατών όμως με το νόημα που η ίδια η κοινωνία εκτρέφει.

Οι εργαζόμενοι γνώσης είναι τα ανθρώπινα υποκείμενα που συμβάλλουν στη σύζευξη της τεχνολογίας με το νόημα στους κοινωνικούς τόπους της επικοινωνίας. Εντός αυτών των τόπων, αξιοποιώντας το νόημα της κοινωνίας τους και υπακούοντας κυρίως στο νόημα του οργανισμού εντός του οποίου δραστηριοποιούνται, καταφεύγουν στις τεχνολογικές πληροφορίες προκειμένου να πετύχουν τη λειτουργικότητα των καθηκόντων τους. Επίσης, όντας και αυτά υπό την πίεση του τεχνολογικού κωδικού «προώθηση νοήματος/μη προώθηση», συντελούν στην ανακάλυψη νέων τεχνικών δυνατοτήτων, συμβάλλοντας έτσι στις τεχνολογικές καινοτομίες. Εν ολίγοις, συντελώντας με τη δράση τους στη δημιουργική σύζευξη τεχνολογίας-νοήματος, προωθούν την τεχνολογία προς δυνητικές μορφές, οι οποίες με τη σειρά τους θα έλθουν να αναδείξουν ένα τεχνοκρατικής φύσεως νόημα.

Δ) Η ένταξη των εργαζομένων γνώσης στην κατηγορία των διανοουμένων

Από όσα ήδη ελέχθησαν, δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως ο ρόλος των σύγχρονων τεχνοεπιστημόνων, ήτοι των εργαζομένων γνώσης, είναι σημαντικός για την αναδιαμόρφωση του νοήματος. Είναι οι μεσολαβητές μιας ή πολλών πληροφοριών που αποζητούν τη νοηματοδότησή τους αυτοί που συλλαμβάνουν τις πληροφορίες, τις αιχμαλωτίζουν και τις ντύνουν με το επιθυμητό, στο οργανωσιακό σύστημα απασχόλησής τους, νόημα.

Άρα, εκπληρούν μία από τις βασικές προϋποθέσεις του όρου «διανοούμενος», ήτοι την καθοριστική παρέμβασή του στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Εν τούτοις αυτό δεν αρκεί. Και ο όρος «ιντελιγκέντσια» και ο όρος «διανοούμενος», όπως τουλάχιστον αναφέρουν τα εγκυκλοπαιδικά και γλωσσικά λεξικά, αποδίδεται σε όσους ασκούν πνευματική ενασχόληση και κριτική σκέψη. Οι δεξιότητες των στελεχών της τεχνοεπιστήμης είναι μεν φύσεως διανοητικής, και με αυτές συμμετέχουν στην αξία του προϊόντος, όμως δεν παράγουν έργο κριτικό απέναντι στα κοινωνικά δρώμενα, ή στον γνωστικό τους κλάδο, ούτε οι ίδιοι με τις παρεμβάσεις τους στρέφονται κριτικά απέναντι στην υπάρχουσα κοινωνική κατάσταση παρά μόνο βελτιωτικά ή διαχειριστικά. Είναι τόσο απορροφημένοι από την ανακάλυψη και εφαρμογή τεχνολογικών καινοτομιών, ώστε αδιαφορούν ακόμη και για την κοινωνική χρήση του αντικειμένου που παράγουν, φτάνει αυτό να ικανοποιεί τους στόχους της επιχείρησης ή τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Εκείνο δηλαδή που τους διαφοροποιεί από τους διανοουμένους της «ανθρωπιστικής παιδείας», υπό την ευρεία ερμηνεία του όρου, είναι οι επιδιώξεις τους. Το αντικείμενο της εργασίας τους μπορεί να είναι πλήρες γνώσεως, ο σκοπός ωστόσο που τους παρωθεί στη δημιουργία του στερείται ηθικών προθέσεων, πράγμα που υπονοεί ότι οι δημιουργοί του αδιαφορούν για τις συνέπειές του στην κοινωνική ζωή.

Βεβαίως υπήρξαν και εξέχοντες διανοούμενοι της ανθρωπιστικής παιδείας, ιδίως καλλιτέχνες, οι οποίοι αδιαφόρησαν για την ευεργετική επίδραση του έργου τους στον βίο μιας κοινότητας ανθρώπων. Αυτή τους όμως η αδιαφορία απέρρεε από την ενδοθυμική τους διάσταση για την ομορφιά αυτή καθ’ εαυτή, ή για την υπηρέτηση των τεχνικών μιας φορμαλιστικής τέχνης που τους ωθούσε στη σύλληψη και πραγμάτωση του καλλιτεχνικού έργου, αδιαφορώντας για το κοινό της αποδοχής του. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Oscar Wilde, ο οποίος διακήρυττε πως η τέχνη δεν έρχεται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινωνικής ζωής, παρά την αισθητική της συγκίνησης[23]. πως η ηθική φροντίζει για την καλή οργάνωση της κοινωνίας, όχι η τέχνη. Στην ελληνική ωστόσο πολιτισμική παράδοση, αρχίζοντας από τον Πλάτωνα και συνεχίζοντας με το δημοτικό τραγούδι και τη νεοελληνική ποίηση, κάλλος και αγαθό ταυτίζονται[24].

Πιστεύοντας σε αυτήν την ταύτιση, θα έλεγα πως, ακόμη και σε περιπτώσεις διαχωρισμού τέχνης – ηθικής, η ηθική εξυπακούεται εφόσον το έργο είναι υψηλής αισθητικής, είτε ως κατάφαση είτε ως άρνηση. Η αδιαφορία του καλλιτέχνη για την ηθική δεν σημαίνει πως το έργο στερείται ηθικής, παρά πως η ηθική στην οποία στέργει είναι αυτή που εκβλαστάνει μέσα από την αμιγή αισθητική του μορφή και όχι από την υπακοή του δημιουργού του σε εμπεδωμένους κοινωνικούς κανόνες για το ορθό και ηθικό. Αλλιώς, καλλιτέχνες όπως ο Νταλί ή ο Πάουντ θα έπρεπε να αποκλειστούν από τον κύκλο των διανοουμένων. Το αντίθετο συμβαίνει στο έργο γνώσης, το γεννημένο από τη σύζευξη μεταξύ των τεχνολογικών προωθήσεων και των σκοπεύσεων μιας οργάνωσης.

 Στις σύγχρονες κοινωνίες, όπου εξακολουθεί να κυκλοφορεί η έννοια της προόδου συνδεδεμένη με την τεχνολογία, την οικονομική ωφελιμότητα και την εξαντλητική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, το αντικείμενο γνώσης των περισσοτέρων οργανώσεων είναι υποχρεωμένο να υπακούει στο νόημα της οργανωσιακής ορθολογικότητας και της τεχνοεπιστήμης, αμφότερα στραμμένα σε χρησιμοθηρικές επιτεύξεις. Με αυτό το νόημα ενδύεται κάθε τεχνική πληροφορία, έτσι ώστε ο κωδικός του τεχνολογικού συστήματος «προώθηση του νοήματος/μη προώθηση» ωθεί την πληροφορία προς την ενίσχυση της τεχνολογικής λειτουργικότητας.Ακριβώς γι’ αυτό οι υποκειμενικές προθέσεις των εργαζομένων γνώσης δεν μπορούν να διαφύγουν από την ηθικότητα της οργάνωσης και του πολιτισμού τους. Το μόνο που μπορούν είναι να προωθούν το νόημα του κυρίαρχου, τεχνοκρατικού μας πολιτισμού.

Συμπερασματικά, εάν οι εργαζόμενοι γνώσης παρακινούνται σε καινοτομίες υπό την πίεση μιας τεχνολογίας που, αφ’ ης στιγμής δρομολογήθηκε, ωθείται συνεχώς προς την εξάπλωση ενός νοήματος που έχει ως μοναδικό σκοπό την αυτοπαραγωγή της εάν η δράση των μελών της τεχνοδομής, όπως και το παραχθέν επιστημονικό αντικείμενο, στερούνται ενός ηθικού προκαθορισμού, τότε τα εν λόγω μέλη δεν συγκεντρώνουν κανένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ιντελιγκέντσιας. Σε έναν κόσμο όπου η κοινωνική τάξη έχει χάσει την ερμηνευτική της δύναμη, έτσι ώστε οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι να μην αποκτούν αυτοσυνείδηση από τον ταξικό τους προσδιορισμό, είναι εύκολο να γίνονται θύματα μιας τεχνολογικής και κοινωνικής δομής που τους μεταχειρίζεται. Η μόνη διέξοδος θα ήταν η παραγωγή από την κοινωνία ενός νέου νοήματος που θα άλλαζε τη λογική της τεχνολογικής πληροφορίας, δηλαδή, της βασικής συντεταγμένης του σύγχρονου τεχνοκρατικού και ωφελιμιστικού πολιτισμού.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως οι διανοούμενοι της ανθρωπιστικής παιδείας θα ήταν δυνατόν να συνεισφέρουν στην εν λόγω αλλαγή. Το άρθρο δεν ασχολήθηκε μαζί τους, όμως, όπως δείχνουν τα πράγματα, σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς αρνούνται ή είναι ανεπαρκείς να αναλάβουν ένα παρόμοιο έργο. Όσοι λίγοι το επιχειρούν είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν στα κελεύσματα των κέντρων εξουσίας που τους περιθάλπουν ή στις πλατφόρμες που τους φιλοξενούν, με αποτέλεσμα, αν όχι την παραποίηση της κρίσης τους, τον περιορισμό της απήχησής τους. Τι απομένει;

Απομένει η κινητοποίηση των κοινωνιών εμπρός στον φόβο της ανθρώπινης μετάλλαξης ή εξαφάνισης. Ένα ηχηρό παράδειγμα είναι η συστράτευση των μελών του κοινωνικού συστήματος της Υγείας απέναντι στον κορωνοϊό. Καθώς η διεθνής κοινότητα συνταράχθηκε από την απειλή του νέου κινδύνου και τις δυσκολίες αντιμετωπίσεώς του, οι τεχνολογικές πληροφορίες που διαχέονταν από τα κέντρα έρευνας και τις δομές υγείας δεν καλύπτονταν από το υπάρχον νόημα, γι’ αυτό και ωθούσαν προς την επέκτασή του. Ταυτόχρονα όμως διήγειραν τις ηθικές αντιδράσεις της κοινωνίας και συνεπώς της ίδιας της ιατρικής τεχνοδομής. Οι ηθικές δυνάμεις της κοινωνίας κινητοποιήθηκαν και μια υπόκρυφη πάλη διεξήχθη μεταξύ ζωής και οικονομίας, μεταξύ διάσωσης του πληθυσμού και περιορισμού του κέρδους. Στην προκειμένη περίπτωση, ένας μικρός κλονισμός, σαν σεισμός με χαμηλά ρίχτερ, ταρακούνησε το νόημα του ισχύοντος πολιτισμού, με μη ορατές ακόμη συνέπειες.

Η ανθρωπολογική κρίση του κορωνοϊού έδειξε πως οι κλασικές αξίες της αλληλεγγύης και της συμπαράστασης, της κοινωνικής και προσωπικής ευθύνης, της δικαιοσύνης και της ισότητας, δεν έχουν ακυρωθεί. Το διαπιστώνει κανείς ακόμη και σε μικρές επιχειρήσεις κοινοτιστικής ή ιδιωτικής μορφής, σε μικρές ομάδες και φιλικούς κύκλους όπου νέα άτομα αναζητούν ένα νέο νόημα για την πλήρωση της ζωής τους. Αυτοί οι νέοι εργαζόμενοι γνώσης είναι δυνατόν να αποτελέσουν όχι εξέλιξη αλλά άρνηση της τεχνοκρατικής λογικής της τεχνοδομής, εφόσον τα συστήματα της εργασίας τους υιοθετήσουν μια νέα ορθολογικότητα, πλησιέστερη στην ανθρώπινη ανάγκη για εγγύτητα. Σήμερα, το τοπίο δεν έχει αποσαφηνιστεί, καθώς οι νέες οργανώσεις εντάσεως γνώσης, και κατά συνέπεια οι απασχολούμενοι εντός τους εργαζόμενοι, περιπλανώνται δίβουλες στα σύνορα δύο ειδών νοήματος: του προωθούμενου από μια χρησιμοθηρική τεχνολογία και μια ορθολογικότητα βασισμένη στην οικονομική αποδοτικότητα, και ενός άλλου, μη τεχνοκρατικού, περισσότερο εναρμονισμένου με την επιβίωση του πλανήτη και της ζωής. Ένα νόημα σαν το τελευταίο οι κοινωνίες ήδη εγκυμονούν καθώς έρχονται αντιμέτωπες με τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού. Το μέλλον θα δείξει προς τα πού θα κλίνει η ζυγαριά.

Εκείνο ωστόσο που έθεσε επί τάπητος η πάλη κατά του κορωνοϊού είναι η έννοια της δημοκρατίας. Το ζήτημα της δημοκρατίας ή μιας πεφωτισμένης αυθεντίας προβλήθηκε ξανά στη σκηνή του πολιτικού προβληματισμού, και ίσως αυτό να είναι το νέο διακύβευμα που μας θέτει η ψηφιακή τεχνοκρατία. Είναι εφικτό, χωρίς δημοκρατία, να συσταθούν ηθικά προαπαιτούμενα που θα επενδύουν τις πληροφορίες της τεχνολογίας με νόημα ζωοποιό; Η απάντηση είναι όχι. Ωστόσο, αυτό το όχι θα μείνει απλό ρητορικό σχήμα, εάν το πολιτικό σύστημα, εμπρός στον κίνδυνο αυτοακυρώσεώς του, δεν αλλάξει τα συμβολικά του μέσα επικοινωνίας. Αν δεν απομακρυνθεί από το απηνές κυνήγι της εξουσίας και δεν προσαρμόσει τις επιδιώξεις του στις αναφυόμενες ανάγκες του ιστορικο-κοινωνικού.

Εάν υλοποιηθούν αλλαγές όπως αυτές που επισημάνθηκαν πιο πάνω, θα καταστεί εφικτή η εγκατάσταση στην κοινωνία ενός αντι-τεχνοκρατικού νοήματος, που θα εξαναγκάσει την τεχνολογία να επενδύσει με αυτό τις τεχνολογικές της πληροφορίες. Τότε θα έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις ώστε οι νέοι εργαζόμενοι γνώσης να κατορθώσουν να αναχθούν σε πραγματικούς διανοούμενουςνα διαρρήξουν το κέλυφος της τεχνοδομής μετατρεπόμενοι σε ενεργά μέλη μιας ανθρωπιστικής παιδείας.

*ομ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου – συγγραφέας

Νέος Λόγιος Ερμής τ. 20

[1] Tον όρο «τεχνοδομή» τον εισήγαγε στη βιβλιογραφία, το 1967, ο John Kenneth Galbraith με το έργο του The New Industrial State, θέλοντας να αναδείξει ως ιδιαίτερο κοινωνικό στρώμα τους επιστήμονες και τεχνικούς, οι οποίοι, είτε ως σύμβουλοι είτε ως υψηλόβαθμα διοικητικά στελέχη, έμοιαζε να είχαν ήδη αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ από τους μετόχους.

[2] Α. Γκούλντνερ, «Το μέλλον των διανοουμένων και η άνοδος της νέας τάξης», Νέος Ερμής ο Λόγιος, τ. 19, 2019, σ. 78.

[3] Βλ. σχετικό ορισμό στην Wikipedia.

[4] Ο όρος, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να σημαίνει πως πρόκειται για δύο συστήματα, της επιστήμης και της τεχνικής, συνδεδεμένα μεταξύ τους. Σε αυτήν ωστόσο την περίπτωση θα αρκούσε ο όρος τεχνολογία, καθώς, κατά το σύνηθες, η τελευταία σημασιοδοτεί ένα σύνολο τεχνικών, δεξιοτήτων και μεθόδων που έχει επεξεργαστεί η επιστήμη για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως έχει δείξει η φιλολογία που αναπτύχθηκε από επιστημολόγους και φιλοσόφους της τεχνολογίας. Ο όρος τεχνοεπιστήμη έρχεται να προσδιορίσει το νόημα της σύγχρονης επιστήμης, όχι της τεχνολογίας. Ο Ian Hacking θα αναφέρει πως η μεν επιστήμη είναι η παραγωγή γνώσης του (απεικονιστή) ανθρώπου ο οποίος χρησιμοποιεί την τεχνολογία προκειμένου να δημιουργήσει φαινόμενα και να προβεί σε αναπαραστάσεις (ήτοι, απεικονίσεις, εξ ου και το επίθετο απεικονιστής), όπως θεωρίες, μοντέλα, διαγράμματα, ενώ η τεχνοεπιστήμη είναι η γνώση του homo faber –δηλαδή του ανθρώπου τεχνίτη– ο οποίος χρησιμοποιεί τις επιστημονικές αναπαραστάσεις για να κατασκευάσει πράγματα. Ο Don Ihde με τη σειρά του θα γράψει πως η τεχνοεπιστήμη είναι η σύγχρονη επιστήμη, η ενσωματωμένη σε όργανα. Σε κάθε περίπτωση, όλοι θα ισχυριστούν πως η μοντέρνα επιστήμη είναι στην ουσία της τεχνοεπιστήμη, διότι εξαρτάται από όργανα-εργαλεία και πειραματισμό προκειμένου να παρεμβαίνει στον κόσμο και να τον ανακατασκευάζει. Χωρίς παρέμβαση, μορφοποίηση και χειρισμό καμία επιστημονική μεθοδολογία δεν υπάρχει (βλ. Jan C. Schmidt  Ian, Poiesis & Praxis v. 8, σσ. 103-124, 2011).

[5] Βλ. σχ., Ζαχαρέας Αιμ., Η Μετα-σοσιαλιστική Αριστερά, Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2000, σ. 151.

[6] Βλ. σχετικά, Nisbet, R. «The decline and fall of social class», Pacific Sociological Review,  2/1, 1959, σσ. 11-17.

[7] Σε έρευνα του 2015 του βρετανικού οργανισμού κοινωνικών ερευνών NATCEN, απεδείχθη πως, παρά τις υποσχέσεις του Τόνυ Μπλαιρ ότι η βρετανική κοινωνία σύντομα θα μετατρεπόταν σε κοινωνία μεσαίας τάξης, αυτό δεν πραγματοποιήθηκε όπως έδειξαν τα ερευνητικά δεδομένα. Παρά το ότι μειώθηκε το ποσοστό των χειρωνάκτων εργατών και παρά τη μετακίνησή τους, ύστερα μάλιστα από τη άνοδο του μορφωτικού τους επιπέδου, σε επαγγέλματα εντάσεως γνώσης, πολλοί από αυτούς εξακολουθούν να ταυτίζουν τον εαυτό τους περισσότερο με την εργατική τάξη παρά με τη μεσαία, μολονότι οι συνήθειες και οι αξίες τους ταιριάζουν περισσότερο με αυτές της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, σήμερα, το ποσοστό των ανηκόντων στη μεσαία τάξη με συνείδηση εργατικής τάξης έχει αρχίσει να μειώνεται (https://www.bsa.natcen.ac.uk/latest-report/british-social-attitudes-33/introduction.aspx). Το γεγονός αυτό αποδεικνύει κατά τη γνώμη μου πως το εισόδημα είναι ισχυρό στοιχείο για τον ταξικό προσδιορισμό, καθώς μάλιστα, όπως μαρτυρεί και η έρευνα της NATCEN, οι εργαζόμενοι θεωρούν πως η σύγχρονη κοινωνική διαφοροποίηση εκφράζεται με δύο τάξεις: την κατώτερη ή των απλών εργαζομένων και την ανώτερη, των πλουσίων και των υψηλά αμειβομένων στελεχών.

[8] Η άρνηση του ανθρωποκεντρισμού δεν σημαίνει υποχώρηση της σκέψης εμπρός στην αιώνια μέριμνά της για τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο ή για το νόημα της παρουσίας του. Σημαίνει απλώς την μη υπεροχή του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο και την αλληλεξάρτησή του με αυτόν. Σημαίνει επίσης, πως ανθρώπινοι θεσμοί και δημιουργήματα, αφ’ ης στιγμής εγκατασταθούν στον κόσμο, γίνονται μέρος αυτού, συμβάλλοντας απ’ τη μεριά τους στη συνειδητοποίηση της ιστορικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας.

[9] Κατά τον Λούμαν (βλ. N. Luhmann, The Differentiation of Society, Columbia U.Ρ., Νέα Υόρκη 1982), κάθε κοινωνικό σύστημα εκφράζει μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται οριζοντίως η κοινωνία σε λειτουργικά συστήματα. Παρά τις ενστάσεις μου σε μιαν ακραία συστημική διαφοροποίηση, θεωρώ πως η οριζόντια διαφοροποίηση προσφέρεται καλύτερα για την ανάλυση της σύγχρονης κοινωνίας από την κάθετη, δηλαδή την ταξική (βλ. σχετικά, Ι. Τσιβάκου, Τα Ευέλικτα ¨Όρια των Κοινωνικών Συστημάτων, Αθήνα: Νεφέλη, 2003).

[10] Απεικόνιση αυτού του τύπου βρίσκουμε στο γνωστό έργο του William White, Ο Άνθρωπος της Οργάνωσης (The Organization Man) που πρωτοκυκλοφόρησε το 1958.

[11] Το κεφάλαιο που αξιοποιείται στην παραγωγή χωρίζεται σε πάγιο και κυκλοφοριακό. Κυκλοφοριακό καλείται εκείνο του οποίου η αξία ενσωματώνεται ολόκληρη στο εμπόρευμα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου παραγωγής. Περιλαμβάνει τις δαπάνες για την αγορά εργατικής δύναμης, πρώτων υλών, καυσίμων, και βοηθητικών υλικών.

[12] J. Baudrillard, The Consumer Society, Sage, 1998.

[13] Ενδεικτικά, πριν από 20 περίπου χρόνια, οι  Nick Swinmurn και  Tony Hsieh, ηγετικά στελέχη της τεχνοδομής, δημιούργησαν το επιχειρηματικό δίκτυο της Zappos, που εξελίχθηκε σε θυγατρική της Amazon, με δραστηριότητα στον χώρο των λιανικών πωλήσεων. Σήμερα –όπως η Zappos διατείνεται στο προφίλ της–, «στόχος μας είναι να εμπνέουμε τον κόσμο δείχνοντας ότι είναι δυνατόν να δημιουργούμε ταυτόχρονα ευτυχία στους πελάτες, τους εργαζόμενους, τους προμηθευτές, τους μετόχους και την κοινότητα με μακροπρόθεσμο, βιώσιμο τρόπο». Το δε 2013, το δίκτυο της Zappos μετέτρεψε τα ηγετικά της υποκείμενα σε αντικείμενα των επιχειρηματικών ροών της, διακηρύσσοντας πως οι οργανώσεις δεν χρειάζονται πλέον μάνατζερ για την παρακολούθηση των εργασιών τους. Αρκεί να μετατραπούν σε μια πιο επίπεδη δομή και σε ένα ολοκρατικό μοντέλο διαχείρισης, βασισμένο σε αυτο-οργανωμένες ομάδες ρόλων, που όλες μαζί θα επιδιώκουν ένα κοινό όραμα επιτυχίας. Παρά το ότι το ολοκρατικό μοντέλο διοίκησης της Zappos απέτυχε, έχει σημασία η στόχευσή του και οι προωθούμενες μεταβολές.

[14] Ι. Τσιβάκου, Εν Κινδύνω, από την τεχνολογία στην ηθική, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2010, σσ. 107-124.

[15] G. Deleuze – F. Guattari, A Thousand of Plateaus, Minneapolis: The University of Minneapolis Press, σσ. 60-62.

[16] Κ. Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, Αθήνα: Ράππας, 1981.

[17] Χρησιμοποιώ τον όρο «κοινωνικο-ιστορικό» για να υπομιμνήσκεται η εξελικτική σύσταση της κάθε κοινωνίας μέσα από τις ιστορικές και πολιτισμικές της διαδικασίες.

[18] Μεταφέροντας ο Λούμαν τη θεωρία της αυτοποίησης των Χιλιανών βιολόγων Ματουράνα και Βαρέλα (1973) στα κοινωνικά συστήματα, αντικατέστησε τον όρο της αυτοποίησης με αυτόν της «αυτοαναφοράς». Κατά τον Λούμαν, κάθε σύστημα είναι μια διαφορά σε σχέση με το περιβάλλον του. To σύστημα στρέφεται κατ’ αρχάς προς το περιβάλλον του (ετεροαναφορά) για να απορροφήσει από αυτό τα στοιχεία που του χρειάζονται. Στη συνέχεια, εισάγει στο δικό του δίκτυο στοιχείων τα επιλεγμένα από το περιβάλλον στοιχεία για να αυτοπαραχθεί (αυτοαναφορά). Για την επιλογή των αναγκαίων για την αυτοαναφορά του στοιχείων αξιοποιεί συμβολικούς κωδικούς, που δεν είναι παρά συμπυκνώσεις νοήματος (βλ. σχετικά, N. Luhmann, Social Systems, Stanford UP, Νέα Υόρκη 1995).

[19] Βλ. σελ. 111, στο Reichel, A. «Technology as a system: towards an autopoietic theory of technology», Int. J. Innovation and Sustainable Development, v. 5, n. 2/3, 2011, σσ. 105-118.

[20] Μιλώντας ο Χούσερλ για τη σχέση εμμένειας – υπερβατικότητας θα υποστηρίξει πως το εμμενές σχετίζεται πάντα με το τελείως άλλο. Κάθε αντικείμενο, ακόμη και το εγώ, παρότι δίνονται κατ’ άμεσο τρόπο από την εμπειρία, ποτέ δεν συλλαμβάνονται καθ’ ολοκληρία, καθώς νεύουν σε κάτι άλλο, πέραν του εμπειρικού (βλ E. Husserl, The idea of Phenomenology, Kluwer, Dodrecht: 1999).

[21] Η συνειδητοποίηση του κορωνοϊού έγινε βεβαίως δυνατή από τη στιγμή που τα συνειδησιακά ανθρώπινα συστήματα κινητοποιήθηκαν από βιολογικά δεδομένα, ωστόσο, η αλληλοδιείσδυση συνειδητού-βιολογικού και κατ’ επέκταση η σύζευξη κοινωνικού-βιολογικού δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

[22] Βλ. Σελ. 111, A. στο Reichel, «Technology as a system: towards an autopoietic theory of technology», Int. J. Innovation and Sustainable Development, v. 5, n. 2/3, 2011, σσ. 105-118.

[23] O. Wilde, Μια ζωή επιστολές, Ηλέκτρα, Αθήνα 2005.

[24] Βλ. Ε. Καψωμένος, «Η ταύτιση του κάλλους µε το αγαθό στην Ελληνική λογοτεχνία. Ένας πολιτισµικός κώδικας», http://environ.survey.ntua.gr/files/keimena/kapsomenos_k.pdf

comments icon0 comments
0 notes
49 views
bookmark icon

Write a comment...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *