νέος Ερμής ο Λόγιος τ. 11

Γιώργος Καραμπελιάς: Η παράδοση του λα­ϊ­κού φω­τι­σμού και ο Κο­σμάς Αι­τω­λός

• Bookmarks: 25


Του Γιώργου Καραμπελιά από το Νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 11*

Χρέ­ος ἔ­χουν ἐ­κεῖ­νοι ὁ­ποῦ σπου­δά­ζουν, να μὴ τρέ­χουν εἰς ἀρ­χον­τι­κὰ καὶ αὐ­λὰς με­γά­λων καὶ να μα­ται­ώ­νω­σι τὴν σπου­δὴν τους, δι­ὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν πλοῦ­τον καὶ ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ἀλ­λὰ νὰ δι­δά­σκω­σι μά­λι­στα τὸν κοι­νὸν λα­όν, ὁ­ποῦ ζῶ­σι μὲ πολ­λὴν ἀ­παι­δευ­σί­αν καὶ βαρ­βα­ρό­τη­τα.
Κο­σμᾶς Αἰ­τω­λὸς**

* Συντετμημένη εκδοχή αδημοσίευτης μελέτης του συγγραφέα για τον Κοσμά Αιτωλό.

** Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, Ακολουθία και βίος του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Κοσμά ιερομάρτυρος και ισαποστόλου Α έκδ. Βενετία 1814, εδώ 5η έκδ. Πάτρα 1878, σσ. 16-17. (Ο Χριστοδουλίδης ή Ζαφείριος Γραμμενιάτης, μαθητής του Κοσμά, σπούδασε στη Μπαλαναία Σχολή, δίδαξε εκεί μέχρι το 1814 και εν συνεχεία, στο Μπεράτι, στο Μέτσοβο και τη Ζωσιμαία Σχολή. Βλ. Παναγιώτης Αραβαντινός, Βιογραφική Συλλογή λογίων της τουρκοκρατίας, ΕΗΜ, Γιάννενα 1960, σ. 48.)

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΕΔΩ

Internet Archive

Academia


Ο Κο­σμάς1, του ο­ποί­ου το κο­σμι­κό ό­νο­μα ή­ταν Κών­στας, εί­ναι ά­γνω­στο πού και πό­τε α­κρι­βώς γεν­νή­θη­κε (πι­θα­νό­τα­τα το 17142). Λέει ο ίδιος: «Ἡ πα­τρί­δα μου ἡ ψεύ­τι­κη, ἡ γή­ϊ­νος, ἡ μα­ταί­α, εἶ­ναι ἀ­πὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἄρ­της τὴν ἐ­παρ­χί­αν, ἀ­πὸ τὸ Ἀ­πό­κου­ρον»3, πε­ρι­ο­χή της Αι­τω­λί­ας κον­τά στο Θέρ­μο, και, σύμ­φω­να με τον Νι­κό­δη­μο Α­γι­ο­ρεί­τη, αλ­λά και τον βι­ο­γρά­φο του, Σάπφειρο Χριστοδουλίδη, «ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸν χω­ρί­ον ὀ­νο­μα­ζό­με­νον Μέ­γαν Δέν­δρον»4.

Άρ­χι­σε να μα­θαί­νει γράμ­μα­τα α­πό την η­λι­κί­α των ο­κτώ ε­τών, α­πό το 1722 έ­ως το 1732, πι­θα­νώς στη Σι­γδί­τσα της Παρ­νασ­σί­δας, ό­που λει­τουρ­γού­σε Σχο­λεί­ο α­πό τις αρ­χές του 18ου αι­ώ­να. Γύ­ρω στα εί­κο­σι χρό­νια του άρ­χι­σε να «δι­δά­σκε­ται τὰ γραμ­μα­τι­κὰ ὑ­πο­κά­τω εἰς τὸν ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νον Ἀ­να­νί­αν τὸν κα­λού­με­νον Δερ­βι­σά­νον», ε­νώ δί­δα­σκε και ο ί­διος ως υ­πο­δι­δά­σκα­λος στη Λομ­πο­τι­νά της Με­γά­λης Ναυ­πα­κτί­ας. Τέ­λος, γύ­ρω στα 1737 ή 1738, πή­γε στα Βραγ­για­νά Ευ­ρυ­τα­νί­ας, στο μο­να­στή­ρι της Α­γ. Πα­ρα­σκευ­ής στη Γού­βα, στη σχο­λή που εί­χε ι­δρύ­σει ο Ευ­γέ­νιος Γι­αν­νού­λης, και εί­χε ως δά­σκα­λό του έναν ση­μαν­τι­κό λόγιο, μα­θη­τή του Γι­αν­νούλη, τον Θε­ο­φά­νη εκ Φουρ­νά. Πάντως, εκεί απέκτησε γνώσεις πρακτικής ιατρικής, από μαθητές του ιατρού Γoρδίου και του Νικολάου Βελισδονίτη, ενώ βέβαια παρακολούθησε γραμματικά και θεολογικά μαθήματα, αριθμητική και γεωμετρία.

Σε ώριμη ηλικία μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου παρακολούθησε μαθήματα στην Αθωνιάδα, και, σύμφωνα με το Μαρτυρολόγιον,«με­τέ­βη εἰς ἐ­κεῖ­νο τὸ σχο­λεῖ­ον τοῦ Βα­το­πε­δί­ου μὲ ἄλ­λους ἐ­δι­κούς του συμ­μα­θη­τάς, οὐκ ὀ­λί­γους» και «ἐ­τε­λεί­ω­σε τὰ γραμ­μα­τι­κὰ ὑ­πο­κά­τω εἰς τὸν δι­δά­σκα­λον Πα­να­γι­ώ­την Πα­λα­μᾶν· με­τὰ δὲ ταῦ­τα πα­ρέ­λα­βε καὶ τὴν Λο­γι­κὴν ἀ­πὸ τὸν δι­δά­σκα­λον Νι­κό­λα­ον Τζαρ­τζού­λι­ον»5, ενώ παρακολούθησε και τον Ευγένιο Βούλγαρι.

Λίγα γνωρίζουμε σχετικά με το επίπεδο των γνώσεών του, βασικά από δικές του αναφορές: «Καὶ ἐ­γὼ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ον ἔ­μα­θα τὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα γράμ­μα­τα… ἔ­μα­θα καὶ πεν­τὲξ ἑλ­λη­νι­κά…», «καὶ ἔ­μα­θα πολ­λῶν λο­γι­ῶν γράμ­μα­τα, ἑ­βρα­ϊ­κά, τουρ­κι­κά, φράγ­κι­κα καὶ ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἔ­θνη καὶ πολ­λὰ τὰ ἐ­δι­ά­βα­σα»6. Όπως φαίνεται από τις διδαχές του, γνώριζε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους Πατέρες, τα λειτουργικά βιβλία, από όπου αντλεί πολλά παραδείγματα, καθώς και τα Συναξάρια των Αγίων και την Αμαρτωλών Σωτηρία του Αγάπιου Λάνδου, την οποία αναφέρει ρητώς7. Σε ό,τι αφορά στις λοιπές γνώσεις του από τη «θύραθεν παιδεία», όπως επισημαίνει ο Ιωάννης Μενούνος, υπάρχουν ορισμένες αναφορές στις διδαχές που παραπέμπουν στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Έτσι, η φράση «Οὗ­τος ὁ κό­σμος, ἀ­δελ­φοί μου, εἶναι ὡ­σὰν μί­α φυ­λα­κή. Πό­τε πρέ­πει νὰ χαί­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος; Ὅ­ταν ἐμ­βαί­νῃ εἰς τὴν φυ­λα­κὴν ἢ ὅ­ταν ἐ­λευ­θε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν φυ­λα­κήν;», παραπέμπει στον Σωκράτη του πλατωνικού Φαίδωνα8, ενώ τη φράση του Κλεόβουλου του Ρόδιου, «Ὃ σὺ μι­σεῖς ἑ­τέ­ρῳ μὴ ποι­ή­σῃς» τη θεωρεί ως φράση του Ιησού9. Σε μια διδαχή του υποστηρίζει πως ο Θεός έπλασε τον Αδάμ αφού «ἐπῆρε ἀ­πὸ τὴν γῆν χῶ­μα καὶ νε­ρὸν καὶ φω­τι­ὰ καὶ ἀ­έ­ρα», άποψη που παραπέμπει στις θεωρίες των προσωκρατικών για τη δημιουργία του κόσμου, σε αντίθεση με το κλασικό «χώμα και νερό» των Γραφών.

Μετά το πέρας των σπουδών του, και αφού εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε ιερομόναχος στη Μονή Φιλοθέου το 1760, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έλαβε μαθήματα ρητορικής από τον αδελφό του Χρύσανθο, διδάσκαλο τότε στην οικογένεια του διερμηνέα του στόλου Ν. Σούτσου: «δι­δά­χτη­κε καὶ με­ρι­κήν τι­να τέ­χνην ρη­το­ρι­κήν, διὰ νὰ ὁ­μι­λῇ τά­χα μὲ κά­ποι­αν μέ­θο­δον». Εκεί έλαβε και την άδεια του πατριάρχη Σεραφείμ Β΄10, «τοῦ ἐκ Δελβίνου τῆς Ἠπείρου», να αρχίσει το κηρυγματικό του έργο.

Ξεκίνησε από τις εκκλησίες της περιοχής Κωνσταντινουπόλεως, για να συνεχίσει στη Δυτική Ελλάδα −Ναύπακτο, Αγρίνιο (Βραχώρι), Μεσολόγγι−, και από εκεί πέρασε στη Θεσσαλία. Σχετικά με τον αριθμό και την ακριβή διαδρομή των περιοδειών του, που συνεχίστηκαν μέχρι το 1779, άλλοι υποστηρίζουν πως ήταν τρεις, και άλλοι τέσσερις, διέτρεξε δε σπιθαμή προς σπιθαμή μεγάλο μέρος της νησιωτικής –Αιγαίο και Ιόνια– και ηπειρωτικής Ελλάδας, με ιδιαίτερη έμφαση στη Νότια και Βόρεια Ήπειρο, όπου τον βρήκε και ο μαρτυρικός θάνατος.

Ο Φάνης Μιχαλόπουλος και ο Κ. Σ. Κώνστας υποστηρίζουν ότι κατά τα Ορλωφικά ο Κοσμάς είχε πάρει θέση υπέρ της επανάστασης. Ο Μιχαλόπουλος, μάλιστα, ερμηνεύει τις μεταγενέστερες, «ουδέτερες» έναντι των Τούρκων, θέσεις του ως απότοκες της απογοήτευσής του εξ αιτίας της εγκατάλειψης των Ελλήνων από τους ομόδοξους Ρώσους· στο εξής, επικεντρώνεται αποκλειστικά στο έργο της αντιμετώπισης της απαιδευσίας και των εξισλαμισμών, μέσα από το μορφωτικό και ορθόδοξο κήρυγμά του. Το βέβαιο είναι, πάντως, πως μετά τα Ορλωφικά υπάρχει μια διακοπή στο κηρυγματικό έργο του, και χάνουμε τα ίχνη του για τέσσερα χρόνια περίπου, κατά τη διαρκεια των οποίων βρίσκεται πιθανώτατα στο Άγιον Όρος· πάντως, στα τέλη του 1774 επέστρεψε στην Πόλη, όπου κατά τον επόμενο χρόνο έλαβε από τον νέο Πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄11 την άδεια να κηρύττει στις Κυκλάδες, μετά την αποχώρηση του ρωσικού στόλου. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, «περιῆλθεν ὅλα σχεδὸν τὰ Δουκάνησα διδάξας τοὺς χριστιανοὺς νὰ μετα­νο­οῦν καὶ νὰ πράττουν ἔργα ἄξια τῆς μετανοίας», ενώ και ο Νικόδημος Αγιορείτης επιβεβαιώνει πως περιήλθε «ὅλα σχεδὸν τὰ Δουκάνησα»12 –«Δουκάνησα» αποκαλούσαν όλα τα νησιά του Αιγαίου και όχι μόνο τα Δωδεκάνησα. Κήρυξε στην Πάρο, τη Νάξο –όπου και συνάντησε για τελευταία φορά τον αδελφό του Χρύσανθο, που δίδασκε στην τοπική σχολή–, τη Μύκονο, τη Σέριφο, τη Μήλο κ.α.

Εν συνεχεία, επέστρεψε πάλι στον Άθω, συμπληρώνοντας έτσι δεκαεπτά χρόνια παραμονής στο Άγιον Όρος13, για να ξεκινήσει την τελευταία περιοδεία του στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Ιονίου. Στη Χαλκιδική, κήρυξε σε αρκετά χωριά, με σημαντικότερο σταθμό την Αρναία (Λιαρίγκοβη), και συνέχισε προς τη λοιπή Μακεδονία. Στη Βέροια κήρυξε κατά τον Ιούλιο του ίδιου έτους, όπως αναφέρεται σε «Ενθύμηση», προσπαθώντας να πείσει τους δίγλωσσους βλαχόφωνους κατοίκους να χρησιμοποιούν αποκλειστικά τα ελληνικά, πράγμα που έκανε και στις βλαχόφωνες πόλεις Νάουσα, Έδεσσα (Βοδενά), Κοζάνη, Σιάτιστα.

Στη Βλάστη –όπου οι ξεριζωμένοι Μοσχοπολίτες είχαν μεταφέρει και το καταπληκτικό τέμπλο που τοποθετήθηκε στον νεόδμητο, το 1761, ναό του Αγίου Νικολάου– μαρτυρείται το πέρασμά του δύο φορές, κατά τα έτη 1775 και 1777. Στα βλαχοχώρια της Πίνδου και του Γράμμου διδάσκει, στήνει σταυρούς, ιδρύει σχολεία. Το πέρασμά του αναφέρεται στα χωριά Κλεισούρα, Βλαχοκλεισούρα, Βλάτσι, Βλαχολίβαδο, Βόστανη, Λαψίστα, Σέλτσα ή Σελίτσα. Προχωρεί προς τα Σέρβια, την Ανασελίστα, όπου ιδρύει Σχολείο, και φθάνει στην Καστοριά, την οποία επισκέπτεται το 1775 και το 1778.

Το πέρασμά του συνοδεύεται από διηγήσεις θαυμάτων μικρών και μεγάλων: Στη Λόσνιτσα (Γέρμα) οι κάτοικοι μιλούν για το αποτύπωμα του ποδιού του που έμεινε στην πέτρα στην οποία πάτησε για να ανέβει στο άλογο, την οποία και εντοίχισαν δίπλα από την είσοδο του ναού του χωριού. Στη Στεφανιάδα της Αργιθέας, στα Άγραφα, οι ντόπιοι διηγούνται πως ο Κοσμάς ευλόγησε μια «πατλιά», στον ίσκιο της οποίας ξεκουράστηκε, και από τότε το δένδρο αυτό μέχρι σήμερα βγάζει λευκά άνθη και ευωδιάζει από τα μέσα Απριλίου έως τα μέσα Ιουνίου. Αντίθετα, στη Σκλάταινα (Δρακότρυπα) δεν τον δέχτηκαν, και ορισμένοι αποδίδουν τις σημερινές κατολισθήσεις στην περιοχή σε αυτή την ασέβεια των προγόνων τους. Στον Μεσοπόταμο (Λυκούρεσι), ένας Τούρκος −αναφέρει ο Σάπφειρος Χριστοδουλίδης−, θέλοντας να περιγελάσει το κήρυγμα και τον σταυρό που έστησε, κατασκεύασε κρεβάτι με τα ξύλα του σταυρού, αλλά αμέσως αρρώστησε βαριά και ζήτησε να εξιλεωθεί, κτίζοντας στο σημείο εκείνο την πρώτη εκκλησία στο όνομα του αγίου Κοσμά14.

Δύο φορές πέρασε από την περιοχή των Γρεβενών. Στη Μονή Νικάνορος της Ζάβορδας, υπάρχει «Σημείωμα» που περιγράφει τη μορφή του: «1776. Ἐν­θύ­μιον. Τὸν και­ρόν, ὁ­πού βγῆ­κε ἕ­νας ἀ­σκη­τὴς θαυ­μα­στὸς καὶ ἅ­γιος ἄν­θρω­πος, καὶ δί­δα­ξε τὸν κό­σμον καὶ πολ­λοὺς ἔ­βα­λε εἰς θε­ο­γνω­σί­αν καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ἐ­γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τί μέ­ρος καὶ ἀ­πὸ τί τό­πον καὶ τὸ ὄ­νο­μά του Κο­σμᾶς, ὀ­λί­γον κον­τα­κι­νὸς καὶ με­λαγ­χρι­νὸς καὶ τὰ γέ­νια του μαῦ­ρα καὶ δα­σειά»15.

Στα Βλαχόφωνα, εξισλαμισμένα χωριά των Βαλαάδων, ίδρυσε σχολεία, ενώ σε σταυρό που βρίσκεται ακόμα κοντά στο χωριό Σμίξη υπάρχει η φράση, «Ἐδῶ εὐλόγησε ὁ Πατροκοσμᾶς τῇ Σμίξῃ» και η τοποθεσία αποκαλείται στα βλάχικα «Λα κρούτσι». Στο χωριό Ρατοσινίστα, που σήμερα περιλαμβάνεται στον Δήμο του Αγίου Κοσμά, λέγεται πως προφήτευσε πως «αὐ­τὸ θὰ γέ­νῃ ρω­μαί­ι­κο», ενώ στο χωριο Τσιράκι, του ίδιου δήμου, απ’ όπου πέρασε το 1776, ζήτησε να κοιμηθεί στον πιο φτωχό του χωριού και έτσι φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός τσιγγάνου.

Αλλά και σε άλλα σημαντικά βλαχοχώρια, όπως στη Σαμαρίνα, έχει μείνει ζωηρή η μνήμη της διέλευσής του, και το 1943 δημιουργήθηκε εκκλησία σε ύψωμα απ’ όπου πιστεύεται ότι μίλησε. Στην Κατερίνη και τα γύρω χωριά, το πέρασμά του υπενθυμίζουν οι δύο ναοί που έχουν κτιστεί σχετικά πρόσφατα στην πόλη και το χωριό Άνω Μηλιά16. Σε όλες της περιοχές απ’ όπου πέρασε, βρίσκονται δέντρα, υψώματα, σταυροί, ακόμα και πηγές που συνδέονται με τη μνήμη του˙ έτσι, στις Καρυές των Τρικάλων βρισκεται η «πηγή του Αγίου», απ’ όπου μίλησε ο άγιος.

Στη Ραψάνη υψώνεται ακόμα ο γερο-πλάτανος απ’ όπου η παράδοση αναφέρει πως μίλησε ο Κοσμάς, ενώ στον Πυργετό δεσπόζει η νεόκτιστη εκκλησία που κτίστηκε προς τιμήν της επίσκεψής του στο χωριό.

Ο άγιος Κοσμάς πέρασε από τα χωριά της Καρδίτσας και των Αγράφων, καθώς και από τους απόμακρους ορεινούς συνοικισμούς της Αργιθέας, το Λεοντίτο, το Ανθηρό (Μπουκοβίτσα), το μοναστήρι του Σέλτσου, τα Βραγγιανά Αργιθέας. Δύο φορές πέρασε από τα Τρίκαλα, και σήμερα, στον ναό που φέρει το όνομά του, φυλάσσεται «το πουκάμισο του Αγίου που βρέθηκε στην Κρανιά Ασπροποτάμου», ενώ στην Καλαμπάκα διατηρείται «Ενθύμηση» σχετικά με την περιοδεία του.

Ο Κοσμάς συστήνει ελληνικά σχολεία στα βλαχοχώρια, σε επανειλημμένες επισκέψεις του το 1765, το 1777 και το 1778, ενώ ζητά την εγκατάλειψη της βλαχικής γλώσσας και την υιοθέτηση της ελληνικής. Στην Ελάτη (Τύρνα), βλαχοχώρι όπου δημιούργησε σχολείο, μίλησε κάτω από μια κρανιά, που σωζόταν μέχρι πρόσφατα. Βέβαια, υπήρχαν και χωριά που δεν τον δέχονταν, για λόγους που δεν μας είναι πάντα γνωστοί, όπως τα Δολιανά και η Πολυθέα (Δραγοβίστα), σε αντίθεση με τα χωριά Κρύα Βρύση (Βανακούλια), Αγία Παρασκευή (Τζούρτζια), Καλογριανή, Ανθούσα (Λεπενίτσα), Κατάφυτο (Κότυρα).

Ο αλφαβητισμός του λαού

Ο Κοσμάς θεωρούσε αλληλένδετα στη διδαχή και την πρακτική του την αντιμετώπιση των εξισλαμισμών, την ηθικοποίηση της καθημερινής ζωής, ως πιστός ιερωμένος, και τον αλφαβητισμό των ραγιάδων. Στα τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια ενός ασταμάτητου και χωρίς προηγούμενο κηρύγματος, θα αναδειχθεί στον πρώτο εκπαιδευτικό αναμορφωτή του ελληνισμού, ξεκινώντας –αντίστροφα από τους γνωστούς φωτιστές και δασκάλους του Γένους– όχι «από τα πάνω» και τις ανώτερες σχολές, αλλά από τα κάτω. Ακολουθώντας και συστηματοποιώντας το εκπαιδευτικό ιδεώδες και την πρακτική δασκάλων του Γένους όπως ο Ευγένιος Γιαννούλης και ο Αναστάσιος Γόρδιος –που θα διδάξουν στο Καρπενήσι ή στα ταπεινά Βραγγιανά των Αγράφων, αρνούμενοι να μετακινηθούν σε μεγαλύτερες πόλεις και σχολές–, ο Αιτωλός θα θέσει ως στόχο του τη λαϊκή παιδεία. Ποιος άλλος θα μπορούσε να καυχηθεί για ανάλογο εκπαιδευτικό έργο όπως αυτός, στην επιστολή του προς τον αδελφό του Χρύσανθο τον Μάρτιο του 1779, λίγους μήνες πριν το μαρτύριό του;

Πα­νο­σι­ώ­τα­τε ἀ­γα­πη­τέ μοι ἀ­δελ­φέ, Κὺρ Χρύ­σαν­θε, ἀ­σπα­ζό­με­νος προ­σκυ­νῶ σε καὶ πα­ρα­κα­λῶ τὸν Ἅ­γι­ον Θε­όν, δι­ὰ τὴν ψυ­χι­κήν σου καὶ σω­μα­τι­κὴν ὑ­γεί­αν. Χά­ρι­τι θεί­ᾳ, ἀ­δελ­φέ, ὑ­γι­αί­νω ὁπω­σοῦν, ψυ­χι­κὰ δὲ Κύ­ρι­ος οἶδε. Τὰ κα­τ’ ἐ­μὲ δὲ καὶ πε­ρὶ ἐ­μὲ φαί­νον­ται πολ­λὰ καὶ ἀ­πί­στευ­τα εἰς τοὺς πολ­λοὺς καὶ μή­τε ἐ­γὼ δύ­να­μαι νὰ τὰ κα­τα­λά­βω. Τό­σον δὲ μό­νον λέ­γω σοι δι­ὰ νὰ δο­ξάσῃς τὸν Κύ­ρι­ον καὶ νὰ χα­ρῇς, ὅ­τι γί­νε­ται ἀρ­κε­τὴ με­τά­νοι­α εἰς τοὺς ἀ­δελ­φούς. Ἕ­ως τρι­ά­κον­τα ἐ­παρ­χί­ας πε­ρι­ῆλ­θον, δέ­κα σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κὰ ἐ­ποί­η­σα, δι­α­κό­σι­α δι­ὰ κοι­νὰ γράμ­μα­τα, τοῦ Κυ­ρί­ου συ­νερ­γοῦν­τος καὶ τὸν λό­γον μοι βε­βαι­οῦν­τος δι­ά τι­νων ἐ­πα­κο­λου­θη­σάν­των ση­μεί­ων. […] Ὑ­γί­αι­νε ψυ­χι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κά.

Δέ­κα χι­λι­ά­δες Χρι­στι­α­νοὶ μὲ ἀ­γα­πῶ­σι καὶ ἕνας μὲ μι­σεῖ.

Χίλιοι Τοῦρκοι μὲ ἀγαπῶσι καὶ ἕνας ὄχι τόσον.

Χιλιάδες Ἑβραῖοι θέλουν τὸν θάνατόν μου καὶ ἕνας ὄχι.

ᾳψοθ΄ Μαρτίου β΄

Ὁ σὸς ἀδελφὸς

Κοσμᾶς ἱερομόναχος17

Τα διακόσια κοινά σχολειά και τα δέκα «ελληνικά» που δημιούργησε αποτελούν ἐνα κυριολεκτικά τιτάνιο έργο. Και τα σχολειά δεν τα έβλεπε μόνο σαν τα απαραίτητα μέσα για την εκπαίδευση των νέων γενεών, αλλά και σαν βάση για τον αλφαβητισμό των ίδιων των γονιών τους και την αναγέννηση του αποθηριωμένου Γένους στο σύνολό του: «Καὶ ἂν δὲν ἐ­μά­θε­τε γράμ­μα­τα οἱ πα­τέ­ρες καὶ οἱ μη­τέ­ρες, νὰ βά­νε­τε τὰ ἴ­δι­α νὰ σᾶς μαν­θά­νουν. Δὲν βλέ­πε­τε πῶς ἀ­γρί­ε­ψε τὸ γέ­νος μας ἀ­πὸ τὴν ἀ­μά­θει­αν καὶ ἐ­γι­νή­κα­μεν ὡ­σὰν τὰ θη­ρί­α; Δι­ὰ τοῦ­το σᾶς συμ­βου­λεύ­ω νὰ κά­με­τε κά­θε τρό­πον νὰ ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­α εἰς τὲς χῶ­ρές σας…»18. Φθάνοντας σε κάποια περιοχή, χωριό, κώμη ή πόλη, αφού οργάνωνε το κήρυγμά του, έθετε τις βάσεις για τη δημιουργία ή την ανασύσταση σχολείων. Χαρακτηριστικά, σε μία διδαχή του, επειδή οι γονείς των παιδιών παρουσιάστηκαν πρόθυμοι να του «χαρίσουν» τα παιδιά τους, καταγράφει την ακόλουθη στιχομυθία μαζί τους:

Κα­λά, μοῦ ἐ­χα­ρί­σατε τὰ παι­διά σας, ἀ­μὴ νὰ ἰ­δοῦ­μεν, ἔ­χε­τε καὶ σχο­λεῖ­ον ὅ­που νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ μαν­θά­νουν γράμ­μα­τα τὰ παι­διά μας;

–Δὲν ἔ­χο­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.

–Τέ­τοι­α παι­διὰ ἀ­γράμ­μα­τα μοῦ ἐ­χα­ρί­σα­τε; Τί τὰ θέ­λω; Χά­ρι­σμά σας. Παι­διὰ ὡ­σὰν τὰ γου­ρου­νό­που­λα νὰ ἔ­χω δὲν τὸ κα­τα­δέ­χο­μαι, δια­τὶ εἶμαι ὑ­πε­ρή­φα­νος. Χά­ρι­σμά σας. Ὡ­σὰν θέ­λε­τε χα­ρί­σε­τέ μου καὶ ἕ­να σχο­λεῖ­ον ἐ­δῶ εἰς τὴν χώ­ραν σας νὰ μαν­θά­νουν τὰ παι­διά μας γράμ­μα­τα, νὰ ἠ­ξεύρουν ποῦ πε­ρι­πα­τοῦ­νε, καὶ τό­τε νὰν τὰ εὔ­χω­μαι νὰ ζή­σουν, νὰ προ­κό­ψουν19.

Για τον Κοσμά, εκπαίδευση και ενίσχυση της Ορθοδοξίας είναι έννοιες ταυτόσημες. Το άνοιγμα ενός σχολείου σημαίνει ενίσχυση της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, και, κατά συνέπεια, αποσόβηση των εξισλαμισμών, κ.ο.κ. Το άνοιγμα ενός σχολειού ήταν, για τον Κοσμά, πράξη «παιδείας», με την ευρύτερη έννοια, και σωτηρίας του Γένους· πράγμα που ισχύει γενικά για την εκπαιδευτική δράση του ελληνικού φωτισμού γενικότερα. Τα σχολειά, η παιδεία, ήταν όπλα και μέσα της απελευθέρωσης, από τον Κοραή έως τον Αιτωλό.

–Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ον έδῶ εἰς τὴν χώ­ραν σας ν δι­α­βά­ζουν τὰ παι­δι­ά;

–Δν ἔ­χο­μεν, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.

– Ν μα­ζευ­θῆ­τε ὅ­λοι ν κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ον κα­λόν, ν βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους ν τὸ κυ­βερ­νον, ν βά­νουν δι­δά­σκα­λον ν μαν­θά­νουν ὅ­λα τὰ παι­δι­ὰ γράμ­μα­τα, πλού­σι­α καὶ πτω­χά. Δι­ό­τι ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ον μαν­θά­νο­μεν τί εναι Θε­ός, τί ε­ναι Ἁ­γί­α Τρι­άς, τὶ ε­ναι Ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­σις, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α· τί ε­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ.λ.π. Δι­ό­τι χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ον πε­ρι­πα­τοῦ­μεν εἰς τὸ σκό­τος· ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ον ἀ­νοί­γει τὸ μο­να­στή­ρι­ον20. 

Η φρενιτιώδης εκπαιδευτική του δραστηριοποίηση έχει ως αποφασιστική παράμετρο τη διασφάλιση των οικονομικών πόρων για το άνοιγμα και τη λειτουργία των σχολείων. Στη Ζίτσα, επί παραδείγματι –πέρασε από εκεί για πρώτη φορά το 1767 και στη συνέχεια στα 1776 και 1778–, όχι μόνο θα κατορθώσει να επιτύχει την ανασύσταση της παλιάς σχολής στοιχειώδους εκπαίδευσης και την αναβάθμισή της σε «ανώτερη», αλλά θα μεριμνήσει και για τη χρηματοδότησή της. Πράγματι, το 1778 βρήκε κλειστό το ιστορικό σχολείο («προπαιδευτήριο») που υπήρχε από τις αρχές του 16ου αιώνα στη Μονή του Προφήτη Ηλία, «ὠνείδισε τοὺς μοναχοὺς διὰ τὴν διάλυσιν τῆς παλαιᾶς σχολῆς, τοὺς δὲ Ζιτσαίους παρῄνεσε ἵνα προβῶσι εἰς ἐκποίησιν παντὸς ἀ­ργυροῦ κα μεταξωτοῦ κοσμήματος … πρς σχηματισμν κεφαλαίου ὑπὲρ διατηρήσεως νωτέρας σχολῆς. Ἡ σχολὴ ἐκτίσθη πλησίον τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔνθα ἔτι σώζεται τὸ κτίριόν της, δασκαλειὸ λεγόμενον»21. Σε χειρόγραφη «ενθύμηση» στο περιθώριο παλαιού ευαγγελίου που βρισκόταν στον Άγιο Νικόλαο Ζίτσας, διαβάζουμε: «1778 τὸν και­ρὸν ὅ­που ἐ­δι­ά­βη­κε ὁ Κο­σμᾶς ὁ δι­δά­χος καὶ ἔ­βα­λε τὸν κό­σμον εἰς σὲ στρά­τα, τὸν ἐ­φώ­τι­σε τὸ πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γι­ον ὡς κα­θὼς ἐ­φώ­τι­σε τοὺς Ἀ­πο­στό­λους»22.

Το ζήτημα της εξεύρεσης πόρων τον απασχολεί διαρκώς. Στην Καλωτά του Ζαγορίου, τα 44 χωριά του οποίου επισκέφθηκε στα 1778 και 1779, επέπληξε τους κατοίκους που προτιμούσαν το γεφύρι από το σχολείο. Στη Λεσινίτσα οι πόροι για την ίδρυση σχολής θα προέλθουν από την εκποίηση των χρυσαφικών και μεταξωτών των γυναικών. Στο Φλαμπουράρι θα συμβάλει και ο ίδιος για τη σύσταση σχολείου, με 200 γρόσια. «Ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς, δι­ῆλ­θεν ἐκ Συρ­ρά­κου καὶ Κα­λαρ­ρι­τῶν κα­τὰ τὸ 1777». Παρότι υπήρχε σχολείο στο Συρράκο, ο Άγιος έκανε έρανο και οι γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσαφικά τους για την ίδρυση σχολείων στην περιοχή. Στους Καλαρρύτες ίδρυσε σχολείο με την εκποίηση «παντς περιττοῦ» των κατοίκων.

Στην περιοχή της Κόνιτσας, όπου το 1760, μέσα σε μία μέρα, 36 χωριά ασπάστηκαν τον ισλαμισμό, ο Κοσμάς επιμένει ιδιαίτερα· έτσι, ίδρυσε σχολεία στην Κόνιτσα, στο Κεράσοβο, στη Βούρπιανη, στην Καστάνιανη, ενώ στη Σαμαρίνα οργάνωσε και έρανο. Στην Κορυτσά ίδρυσε σχολείο και πάταξε την πολυτέλεια των γυναικών, καταργώντας τα χρυσά φλουριά που κρεμούσαν στα μαντήλια τους, καθιερώνοντας τη λευκή μανδήλα (μπόλια).

Στο Δέλβινο, όπου ίδρυσε σχολείο, διαβάζουμε σε κώδικα: «Κα­τὰ τὰ χί­λια ἑ­πτα­κό­σια ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε τοῦ ἔ­τους, ἀρ­χι­ε­ρα­τεύ­ον­τος τοῦ Ἰ­ω­αν­νι­κί­ου, ἦλ­θεν εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν μας ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς. Εὐ­γῆ­κεν ὁ κα­λὸς Ἰ­ω­αν­νί­κιος καὶ τὸν ἐ­δέ­χθη μὲ με­γί­στην χα­ρὰν καὶ ἀ­γαλ­λί­α­σιν… Ἀ­πὸ ἐ­δῶ φεύ­γων ὁ Ἅ­γιος, ἐ­πέ­ρα­σεν εἰς Φι­λιά­τες». Εδώ θα ξαναβρεθεί λίγο πριν τον θάνατό του, τον Αύγουστο του 177923.

Γυρνάει ένα προς ένα τα χωριά της Βόρειας Ηπείρου. Στη Δρόβιανη έκανε έρανο και ζήτησε από τις γυναίκες να εκποιήσουν τα χρυσαφικά τους για τη συντήρηση του σχολείου, και έκανε δωρεά στα δύο σχολεία της από 16.000 γρόσια. Στο Μπεράτι, τον Αύγουστο του 1777, ίδρυσε σχολείο, με σχολάρχη τον μαθητή του Σάπφειρο Χριστοδουλίδη.

Η στηλίτευση

της κοινωνικής αδικίας

Το γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς αναμόχλευε την κοιμισμένη συνείδηση και την κρίση των ραγιάδων, ότι θεμελίωνε παντού σχολειά και προωθούσε τον εγγραμματισμό των φτωχών και των καταφρονεμένων, προφανώς δεν ευχαριστούσε καθόλου τους γαιοκτήμονες, τους άρχοντες και τους προεστούς. Σε πολλές περιοχές θα κάνουν τα αδύνατα δυνατἀ για να εκδιωχθεί, όπως στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα, ενώ αλλού θα επιχειρήσουν να τον κακοποιήσουν. Και αυτό, παρότι ο Κοσμάς δεν τάσσεται ανοικτά εναντίον των προεστών, αλλά τους στηλιτεύει όταν διαπράττουν υπερβάσεις. Την ίδια τακτική ακολουθεί εξάλλου απέναντι στους Τούρκους και τους Ενετούς. Διαφορετικά, δεν θα κήρυττε για δεκαεπτά χρόνια. Ωστόσο, οι αδικητές κοτζαμπάσηδες και άρχοντες δεν λάθεψαν ποτέ και τον θεωρούσαν εχθρό τους.

Οἱ προ­ε­στοὶ ­ποῦ εἶ­σθε εἰς χω­ρί­α, ἂν θέ­λε­τε νὰ σω­θῆ­τε, πρέ­πει νὰ ἀ­γα­πᾶ­τε ὅ­λους τοὺς χρι­στι­α­νοὺς κα­θὼς καὶ τὰ παι­δι­ὰ σας, καὶ νὰ ῥί­χνε­τε τὰ χρέ­η κα­τὰ δύ­να­μιν ἑ­κά­στου, καὶ νὰ μὴ κά­μνε­τε φι­λο­προ­σω­πεί­αν… (Διδαχή Γ΄).

Ο Αιτωλός περιόδευσε αρκετές φορές στα χωριά της πατρίδας του της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας. Στις Παπαδάτες, επί του Αρακύνθου, ήρθε αντιμέτωπος με τους γαιοκτήμονες, που στην πλειοψηφία τους είχαν εξισλαμιστεί. Το Χασάν-Αγά και το Σαμάρι ήταν τσιφλίκι του εξωμότη Χασάν-Αγά, που κατατυραννούσε τους κολλήγους, ενώ και στο διπλανό χωριό ο Κοσμάς στηλίτευε επί έξη μήνες στο κήρυγμά του τους γαιοκτήμονες Μπαρλαίους, οι οποίοι δεν είχαν εξωμόσει, αλλά ήταν εξ ίσου καταπιεστικοί απέναντι στους εκατοντάδες κολλήγους τους. Έτσι, αυτοί έβαλαν τους μπράβους και τα σκυλιά τους να τον κυνηγήσουν, και ο Κοσμάς φυγαδεύτηκε και κρύφτηκε στην Καψοράχη24. Στο κέντρο της περιοχής, το Αγρίνιο (Βραχώρι), όπου κήρυξε τόσο κατά την πρώτη (1760-1762), όσο και κατά την τρίτη περιοδεία του, το 1775, οπότε ίδρυσε και σχολείο, ήλθε και πάλι σε σύγκρουση με τους εξωμότες γαιοκτήμονες των περιχώρων: στο Μουσταφούλι (Παναιτώλιο), με τον Μουσταφά Μουσταφούλη, και τον επίσης εξωμότη Αδάμ, Δέμο ή Δαίμονα, όπως τον αποκαλούσαν οι χωρικοί. Εξάλλου, εκτός από τους εξωμότες γαιοκτήμονες, κάποτε ερχόταν σε σύγκρουση με τους Τούρκους γενικότερα, όπως στο Φανάρι, όπου οι Τούρκοι παραπονέθηκαν στον μουφτή τους ότι κατηγορεί το Κοράνι. Στη Λάρισσα, στα 1777, οι Τούρκοι και οι Έλληνες γαιοκτήμονες και οι Εβραίοι έμποροι δεν τον δέχτηκαν καλά και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, δεν του έδωσαν ούτε νερό να πιει από κάποιο πηγάδι25.

Για την ανησυχία που προκάλεσε το κήρυγμά του στην Κε­φαλ­λο­νι­ά, στους «αριστοκράτες» γαιοκτήμονες, γράφει ο Ηλίας Τσιτ­σέ­λης:

Κῆρυξ πι­στός, τῶν εὐ­αγ­γε­λι­κῶν ἀρ­χῶν τῆς ἰ­σό­τη­τος καὶ τῆς ἀ­γά­πης, φί­λος τοῦ νό­μου καὶ τοῦ δι­καί­ου, φι­λό­πτω­χος καὶ φι­λάν­θρω­πος ὤν, ἐ­κε­ραυ­νο­βό­λει τὰς κα­τα­χρή­σεις τῶν ἀρ­χῶν, τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λει­αν καὶ τὰς δε­σπο­τι­κὰς ἰ­δέ­ας τῶν ἀρ­χόν­των… Ὁ κῆρυξ τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς ἠ­θι­κῆς ἐ­θε­ω­ρή­θη, ὡς εἰ­κός, ἀ­νὴρ ἀ­συμ­φό­ρων τοῖς τε ἐν τοῖς πράγ­μα­σι καὶ τοῖς ἀ­ρι­στο­κρά­ταις ἀρ­χῶν, ἑ­πο­μέ­νως ἀ­να­τρε­πτι­κὸς τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ἐ­φ’ οἷς πολ­λοὶ ἐν Κε­φαλ­λη­νί­ᾳ ἀ­πῄ­τη­σαν τὴν ἐκ­δί­ω­ξιν αὐ­τοῦ. Θἀ­πε­πέμ­πε­το δὲ βί­ᾳ, ἂν μὴ ὁ τό­τε προ­βλε­πτὴς ἔ­βλε­πε τὴν πλει­ο­νό­τη­τα τοῦ τό­που ἀν­τι­κει­μέ­νην πρὸς τοῦ­το καὶ λα­τρεύ­ου­σαν αὐ­τό­χρη­μα τὸν Κoσμᾶν26.

Η αργία της Κυριακής και η αντιπαράθεση με τους Εβραίους εμπόρους

Οι τελευταίες περιοδείες του, ιδιαίτερα στην Ήπειρο και τα Επτάνησα, πήραν μορφή λαϊκού κινήματος και χιλιάδες άτομα τον ακολουθούσαν αδιάκοπα:

Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς, ὁ­ποὺ τὸν ἠ­κο­λού­θουν κα­τό­πιν καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε ν ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε πρῶ­τον εἰς τοὺς χρι­στι­α­νοὺς ν ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν καὶ νη­στεύ­σουν καὶ ν κά­νουν καὶ ἀ­γρυ­πνί­αν καὶ με­γά­λην φω­το­χυ­σί­αν. Εἶ­χε δὲ ἐ­πί­τη­δες μα­νου­ά­λι­α ξύ­λι­να χω­ροῦν­τα κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν κη­ρί­α, τὰ ὁ­ποῖ­α δι­α­λύ­ον­τας ἔ­παιρ­νε μα­ζί του. Ἔ­πει­τα μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­ὰν ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ Ἅ­γι­ον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ χρι­στι­α­νοὶ καὶ εἰς τὸ τέ­λος ἔ­κα­νε τὴν δι­δα­χήν. Ἐ­πει­δὴ δὲ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λι­ά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἡ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι­α σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, ἔ­πει­τα τὰ ἐ­πή­γαι­ναν ἔ­ξω εἰς τὸν δρό­μον ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ὁποὺ ἤ­θε­λε ν δι­α­βῇ ὁ λα­ὸς καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας27.

Για την τελευταία περίοδο της ζωής και των περιοδειών του, από το 1777 έως το 1779, πληθαίνουν οι κάθε είδους μαρτυρίες, κατ’ εξοχήν τα ενετικά έγγραφα και οι ποικίλες «ενθυμήσεις». Πλέον, ο Άγιος επιμένει όλο και περισσότερο στην επιβολή της ελληνικής γλώσσας, την ίδρυση σχολείων, την ηθικοποίηση της ζωής και των ηθών, την τήρηση της αργίας της Κυριακής, καθώς και την ανάδειξη του άμεσου ή έμμεσου ανταγωνισμού με τους Εβραίους.

Στην περιοχή της Άρτας, στα Τζουμέρκα και το Ραδοβίζι, προφορικές και γραπτές πληροφορίες καταγράφουν το πέρασμά του σε περισσότερα από είκοσι χωριά. Σε ένα Ευαγγέλιο της εκκλησίας του Πέτα διαβάζουμε: «1777 Δε­κεμ­βρί­ου 3 ἦλ­θε ἕ­νας ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας εἰς τὴν Ἄρ­ταν καὶ ἔ­κα­με δι­δα­χή…». Στις 11/1/1778, 14.000 άνθρωποι παρακολούθησαν τη διδαχή του, που ήταν επικεντρωμένη στην αργία της Κυριακής και την απαγόρευση του παζαριού αυτή τη μέρα. Γι’ αυτό τον λόγο, οι Εβραίοι «πλήρωσαν τὸν κατὴ» και τον έδιωξαν από την πόλη28.

Στους Χαλκιάδες (Φιλοθέη) συνεχίζει το κήρυγμά του για το ίδιο θέμα και τον παρακολουθούν 10.000 άνθρωποι, σύμφωνα με τη σχετική «ενθύμηση». Στους Χαλκιάδες μίλησε πολλές φορές, αφού διώχτηκε από την Άρτα. Εκεί, διηγείται ο Χριστοδουλίδης, «ἕ­νας πρα­μα­τευ­τής, ἐ­πει­δὴ πα­ρή­κου­σε καὶ ἐ­τόλ­μη­σε νὰ πραγ­μα­τευ­θῇ τὴν Κυ­ρια­κήν, εὐ­θὺς ἐ­ξη­ράν­θη ἡ χείρ του, δρα­μὼν δὲ πρὸς τὸν ἅ­γιον καὶ ζη­τή­σας συγ­χώ­ρη­σιν διὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­αν του, με­τ’ ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας ἰ­α­τρεύθη»29.

Ὁ­μοί­ως εἰς τὴν Πάρ­γαν ἕνας ἐρ­γα­στη­ρι­άρ­χης, ἐ­πει­δὴ ἠ­θέ­λη­σε ν πω­λή­σῃ με­ρι­κὸ πρᾶγ­μα τὴν Κυ­ρι­α­κή, ἐ­πι­ά­σθη τὸ χέ­ρι του· ὁ­μο­λο­γή­σας δὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­αν του ἐμ­πρὸς εἰς τὸν ἅ­γι­ον καὶ νου­θε­τηθεὶς ὑ­π’ αὐ­τοῦ ἔ­λα­βε τὴν συγ­χώ­ρη­σιν ὁμοῦ καὶ τὴν πο­θού­με­νην ἰ­α­τρεί­αν τῆς χει­ρός του. Κα­τὰ τὸ Ξη­ρό­με­ρον ἔ­τυ­χε μί­α γυ­ναί­κα καὶ ἐ­ζύ­μω­σε τὴν Κυ­ρι­α­κὴν καὶ ἀ­φοῦ ἔβ­γα­λε τὸ ψω­μὶ ἀ­πὸ τὸν φοῦρ­νον τὸ εὗ­ρε κόκ­κι­νον ὡ­σὰν ν τὸ εἶ­χε ζυ­μώ­σει μὲ αἷ­μα καὶ προ­σπί­πτου­σα εἰς τοὺς πό­δας τοῦ ἁ­γί­ου ἔ­λα­βε τὴν πρέ­που­σαν δι­όρ­θω­σιν. Εἰς ἄλ­λα μέ­ρη δι­α­τὶ δὲν ἐ­φυ­λά­χθη τὸ πρέ­πον σέ­βας τῆς Κυ­ρι­α­κῆς, ἄλ­λου ἔ­σκα­σε τὸ βό­δι του, ἄλ­λου τὸ μου­λά­ρι του καὶ ἄλ­λος ἐ­δαι­μο­νί­σθη καὶ ἄλ­λος εὗ­ρε τὸ παι­δί του ἀ­πο­θα­μέ­νον30.

Στο Τετράκωμο (Μύαρη) οι κάτοικοι τηρούσαν με ευλάβεια την εντολή του Πατροκοσμά για την αργία της Κυριακής και έβγαζαν τα ζώα τους για βοσκή μετά τη λειτουργία της Κυριακής. Ωστόσο, η επιμονή του στην καθιέρωση της Κυριακής αργίας και τη μετάθεση των παζαριών το Σάββατο κατέστρεφε τους Εβραίους εμπόρους, οι οποίοι, από την πλευρά τους, τηρούσαν αυστηρά την αργία του Σαββάτου. Ο Σάπφειρος Χριστοδουλίδης καταγράφει τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεών του με τους Εβραίους εμπόρους:

Ὁ ἀ­πο­στο­λι­κὸς οὗ­τος δά­σκα­λος πο­τὲ δὲν ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα νὰ εἴ­πῃ λό­γον ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἑ­βραί­ων, […] ἀλ­λὰ μό­νον τοὺς χρι­στι­α­νοὺς ἐ­δί­δα­σκε ν πο­λι­τεύ­ων­ται ὡ­σὰν χρι­στι­α­νοί… Ἀλ­λὰ οἱ Ἑ­βραῖ­οι ὅ­που κα­τοικοῦν εἰς τὰ Ἰ­ω­άν­νι­να ἐ­πῆ­γαν οἱ θε­ο­ή­λα­τοι καὶ εἶ­παν εἰς τὸν πα­σᾶν τοῦ τό­που πὼς ὁ ἱ­ε­ρὸς οὗτος Κο­σμᾶς ἦτον ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Μο­σχό­βους δι­ὰ νὰ ξε­πλα­νᾷ τὸν βα­σι­λι­κὸν ῥα­γι­ὰν νὰ πη­γαί­νουν εἰς τὴν Μο­σχο­βί­αν· ἀλ­λὰ τοῦ­τον μὲν ἡ θεί­α πρό­νοι­α τό­τε τὸν δι­ε­φύ­λα­ξεν ἀ­πὸ τὴν θα­να­τη­φό­ρον ταύ­την ἐ­πι­βου­λήν· ἐ­προ­ξε­νή­θη ὅ­μως ἀρ­κε­τὴ ζη­μί­α χρη­μά­των εἰς τὸ κοι­νὸν τῶν χρι­στι­α­νῶν.

Ἐν­τεῦ­θεν λοι­πὸν ὁ ἱ­ε­ρὸς Κο­σμᾶς ἄρ­χι­σε να στη­λι­τεύ­ῃ τὴν πο­νη­ρί­αν καὶ τὸ ἀ­δι­άλ­λα­κτον μῖ­σος, ὅ­που ἔ­χουν κα­τὰ τῶν Χρι­στι­α­νῶν οἱ Ἑ­βραῖ­οι καὶ ἐ­πει­δὴ φα­νε­ρὰ ἀ­πε­δεί­χθη πὼς ἦ­τον πλά­σμα καὶ σα­φὴς συ­κο­φαν­τί­α ἐ­κεί­νη ἡ κα­τη­γο­ρί­α ὅ­που ἔ­κα­μαν εἰς τὸν πα­σι­ᾶν, πά­λιν ἐ­πῆ­γεν εἰς τὰ Ἰ­ω­άν­νι­να καὶ πρῶ­τον μὲν ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς χρι­στι­α­νοὺς να με­τα­βά­λουν τὸ κοι­νὸν πα­ζά­ρι ἀ­πὸ τὴν Κυ­ρι­α­κὴν εἰς τὸ Σάβ­βα­τον, τὸ ὁ­ποῖ­ον τοὺς ἐ­προ­ξέ­νη­σε με­γί­στην φθο­ράν. Δεύ­τε­ρον, τοὺς ἐ­κή­ρυ­ξε δι­ὰ φα­νε­ροὺς ἐ­χθροὺς καὶ ὅ­τι εἶναι ἕ­τοι­μοι κά­θε και­ρὸν να κά­μουν κά­θε κα­κὸν εἰς τοὺς χρι­στι­α­νούς. Τρί­τον, θέ­λον­τας να βγά­λῃ ἀ­πὸ τὰς κε­φα­λὰς τῶν χρι­στι­α­νῶν τὰς μα­κρὰς φούν­τας καὶ τὰ τοι­αῦ­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­λα τὰ ἠ­γό­ρα­ζον ἀ­πὸ τοὺς Ἑ­βραί­ους, τοὺς ἐ­δί­δα­σκε πὼς εἶναι ἀ­κά­θαρ­τα, ὅ­τι ἐ­πὶ ταὐ­τοῦ δι­ὰ τοὺς χρι­στι­α­νοὺς οἱ θε­ο­κτό­νοι τὰ μο­λύ­νου­σι, καὶ νὰ μὴ τὰ ἀ­γορά­ζω­σιν ὁ­λό­τε­λα· καὶ λοι­πὸν μὴν ὑ­πο­φέ­ρον­τας πλέ­ον νὰ βλέ­πουν καὶ νὰ ἀ­κού­ουν τὸν ἅ­γι­ον ἐ­λέγ­χον­τα αὐ­τούς, ἐ­πή­γαν εἰς τὸν Κουρτ πα­σι­ὰν καὶ τοῦ ἔ­δω­καν πουγ­γί­α πολ­λά, δι­ὰ νὰ τὸν ἐβ­γά­λῃ ἀ­πὸ τὴν ζω­ήν, ὅ­στις καὶ συμ­βου­λευ­θεὶς μὲ τὸν χόν­τζαν του, ἀ­πε­φά­σι­σε δι­ὰ μέ­σου αὐ­τοῦ νὰ τὸν θα­να­τώ­σῃ…31.

Οι Ενετοί σχεδιάζουν

τη δολοφονία του

Από την παρουσία και το κήρυγμα του Κοσμά δεν θορυβούνται μόνον οι Εβραίοι και οι γαιοκτήμονες, αλλά πρώτοι απ’ όλους και οι Ενετοί, τους οποίους αποικιακή εμπειρία αιώνων είχε μάθει να δυσπιστούν απέναντι σε ένα θρησκευτικό κήρυγμα που αναστάτωνε τους υπηκόους των, αναθερμαίνοντας τη θρησκευτική τους ιδιαιτερότητα και κατά συνέπεια τον εθνισμό τους, παρότι το κήρυγμά του δεν στρεφόταν άμεσα εναντίον τους. Γι’ αυτό τον παρακολουθούν συστηματικά σε όλη τη διαδρομή του στις ενετοκρατούμενες περιοχές, τόσο στα ενετικά προσαρτήματα της Ηπείρου –Πρέβεζα, Πάργα, κ.λπ.– όσο και στα Επτάνησα. Ορίζουν και μονίμους κατασκόπους, που τον παρακολουθούν, ενώ σχεδιάζουν ακόμα και τη δολοφονία του.

Στην υπό ενετική κυριαρχία Πάργα, ο Αιτωλός πρωτοπήγε το 1776, προκαλώντας τις πρώτες ανησυχίες και αντιδράσεις των Βενετών για τον Έλληνα καλόγερο, που ήλθε στην πόλη ακολουθούμενος από πλήθη λαού, και μάλιστα πολλών ενόπλων. Παρά τις αντιδράσεις της ενετικής εξουσίας, ο Κοσμάς πρόλαβε να ολοκληρώσει έναν κύκλο κηρυγμάτων, ενώ επανήλθε δύο ακόμη φορές στην Πάργα, στα 1778 και 1779. Εξάλλου, ιδρύει και εδώ σχολεία στα χωριά Αγυιά και Ράπιζα, έξω από την πόλη.

Στις 27 Μαΐου 1777 ο Βενετός διοικητής της Πάργας Benetto Pieri ενημερώνει ανήσυχος τον γενικό προβλεπτή της Κέρκυρας Giacomo Nanni για την άφιξη στην πόλη ενός «άγνωστου Έλληνα καλόγερου ακολουθούμενου από πλήθος ενόπλων». Και στη δεύτερη έκθεσή του, δύο μέρες μετά, στις 29 Μαΐου 1777, διαπιστώνει ότι τον ακολουθούσαν πλήθος οπλισμένοι οπαδοί – μόνο οι οπλισμένοι άνδρες έφταναν τις 4000 (4000 armati in circa), εκτός από τις γυναίκες32.

Ο Πατροκοσμάς σύντομα περνάει στα Επτάνησα. Η άδεια του πατριάρχη Σωφρονίου Β΄ και ο τίτλος του ιεροκήρυκα της Εκκλησίας τον διευκολύνουν. Το καλοκαίρι του 1777 αποβιβάζεται στην Άσσο της Κεφαλλονιάς. Αφού πήρε την άδεια των ενετικών αρχών, με επιστολή του προς τον Γεώργιο Κλαδά, επίτροπο του αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Σωφρονίου Κουτούβαλη, στις 13 Ιουνίου, ζήτησε την άδεια να κηρύξει.

… πα­ρα­κι­νού­με­νος δὲ ἀ­πὸ τοὺς πα­τρι­άρ­χας τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, ἡ­γου­μέ­νους καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ τὸν κύ­ρι­ον Σω­φρό­νι­ον νὰ δι­δά­ξω τοὺς χρι­στι­α­νοὺς κα­τὰ δύ­να­μιν, εὑ­ρι­σκό­με­νος ἐ­δῶ εἰς τὸ εὐ­λο­γη­μέ­νον νη­σί­ον…, μοὶ ἐ­φά­νη εὔ­λο­γον καὶ νό­μι­μον τὸ νὰ ἀ­να­φέ­ρω εἰς τὴν πα­νο­σι­ό­τη­τά σου καὶ ζη­τῶ ἄ­δει­αν πα­ρὰ σοῦ…

Ο Κοσμάς κήρυξε σ’ όλα τα χωριά του νησιού ακολουθούμενος από τεράστια πλήθη –έχουν καταγραφεί δεκαοκτώ περιοχές και οικισμοί όπου περιόδευσε33–, ο δε Βενετός σημαιοφόρος Francesco Zonza μιλάει για 15.000 άτομα που τον ακολουθούσαν34. «Κήρυξε στο Αργοστόλι, στο Ληξούρι, στην Άσσο, στη Λειβαθώ, στα Ίλαρα, στα Χαυδάτα, στα Κερίσια, στο Πυργί, στα Δειλινάτα, στο Κάστρο, στα Γριζάτα, στην Κορωνή, στην Πλαγιά και στα μοναστήρια των Αγριλιών και των Θεμάτων. Και σ’ όλα αυτά τα χωριά ο κόσμος έτρεχε πίσω του σα σαστισμένος. Ο λόγος του ήταν φραγγέλιο και η συμβουλή του νόμος. Ιδίως οι γυναίκες –όλων των τάξεων, και αυτών ακόμη των αρχόντων και των Βενετών υπαλλήλων– παρακολουθούσαν με κατάνυξη τη διδασκαλία του». Τόση ήταν η πειστικότητα κι η καλοσύνη με τις οποίες μιλούσε και συγχωρούσε, «ώστε οικογένειαι εχθρευμέναι συνδιαλλάγησαν, εγκληματίαι και βδελυροί έκλαυσαν αμαρτίας των… ανδρόγυνα χωρισμένα συνηνώθησαν, πόρναι επαράτησαν την άσεμνον πολιτείαν…», οι πλούσιες γυναίκες έβγαλαν τα μεταξωτά και χρυσά που φορούσαν και τα έδωσαν ελεημοσύνη στους πτωχούς, έμποροι και βιομήχανοι παράτησαν τα εγκόσμια, έγιναν μοναχοί και τον ακολουθούσαν.

Στην Κεφαλλονιά, «προφητεύει και κάνει πολλά θαύματα». Έστηνε σταυρούς, και τους άφηνε «εἰς ἐν­θύ­μη­σιν τοῦ κη­ρύγ­μα­τός του παν­το­τει­νήν. Εἰς ἐ­κεί­νους, λοι­πόν, τοὺς τό­πους ὅ­που ἦσαν στη­μέ­νοι οἱ σταυ­ροί, ἐ­νήρ­γει ὁ Θε­ὸς πολ­λὰ θαυ­μά­σια. Διὸ καὶ εἰς τὸ μέ­σον τοῦ πα­ζα­ρί­ου τοῦ Ἀρ­γο­στο­λιοῦ, ὅ­που ἄ­φη­σεν ὁ Ἅ­γιος ἕ­να τοι­οῦ­τον Σταυ­ρόν, ἀ­νέ­βλη­σεν ἕ­να νε­ρὸν θαυ­μα­στόν, τὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται ἕ­ως τὴν σή­με­ρον, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ὀ­λι­γο­στεύ­σῃ»35. Στα Φαρακλάτα σώζεται ξύλινος σταυρός του στον ιερό ναό Αγίου Δημητρίου – Ευαγγελιστρίας, ενώ στο Αργοστόλι ο σταυρός του φυλασσόταν στον ναό της Μεταμορφώσεως μέχρι τους σεισμούς του 1953.

Παρότι, όπως είδαμε, οι άρχοντες, οι Ενετοί και οι Εβραίοι έμποροι στην Κεφαλλονιά δεν μπόρεσαν να εκδιώξουν τον Κοσμά, στη Ζάκυνθο, όπου έφθασε στις 11 Ιουλίου 1777, συνοδευόμενος από μεγάλο πλήθος Κεφαλλονιτών με δέκα καΐκια γεμάτα36, συνάντησε ισχυρή αντίδραση από τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο Κουτούβαλη, τους άρχοντες και τους Εβραίους του νησιού, που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να απομακρυνθεί37. «Οι Κεφαλλήνες ηγανάκτησαν τοσούτον επί τη στάσει του αρχιεπισκόπου, ώστε διεμήνυσαν αυτώ διά προσώπου εμπιστοσύνης ίνα αναβάλη και την εις Κεφαλληνίαν επάνοδον, ίνα μη […] επακολουθήσωσιν αποδοκιμαστικαί εκδηλώσεις· απητήθη δε υπό των συνδίκων και ν’ απολογηθή ο αρχιερεύς»38. Έτσι, ο Κουτούβαλης δεν τόλμησε να επιστρέψει ποτέ πλέον στην Κεφαλλονιά και έμεινε για πέντε χρόνια στη Ζάκυνθο, έως ότου έφυγε από τα Επτάνησα.

Σε επιστολή την οποία παραθέτει ο Γ. Αλισανδράτος και απευθύνεται στον αρχιεπίσκοπο επιτιμώντας τον γιατί στράφηκε εναντίον του Κοσμά, ο συντάκτης της αναφέρει ότι αυτός μιλούσε δύο φορές την ημέρα, ο ίδιος παρακολούθησε τις διδαχές του τέσσερις φορές, ενώ σε μία από αυτές μέτρησε ο ίδιος το πλήθος, που αριθμούσε 4.000 άτομα39.

Έτσι, έφυγε με καΐκι, ακολουθούμενος από κληρικούς και λαϊκούς, και στις 13 Ιουλίου έφθασε στην Κέρκυρα. Οι ενετικές αρχές και οι εγχώριοι «ευγενείς» ήθελαν να εμποδίσουν την απόβασή του, αλλά, επειδή χιλιάδες Κερκυραίων τον περίμεναν στην παραλία, αποφάσισαν να επιτρέψουν μόνο μία ομιλία του. Ακολουθούμενος από ένα τεράστιο πλήθος, παρουσιάστηκε στον προβλεπτή στο Κάστρο και εν συνεχεία μίλησε στο Μαντούκι. Επειδή εστράφη εναντίον των αρχόντων και των Εβραίων, στρατιώτες και μπράβοι όρμησαν εναντίον του και σχίστηκε το πουκάμισό του, το οποίο φύλαξαν οι χωρικοί και, σύμφωνα με την παράδοση, σχισμένο και ματωμένο βρίσκεται στον ναό του Αγίου Γεωργίου, στο εικονοστάσι του Αγίου Κοσμά40. Ο πρεβεδούρος τον έδιωξε από το νησί με συνοδεία στρατιωτών για τους Αγίους Σαράντα41. Σημειώνει στα χειρόγραφά του ο σύγχρονός του χρονικογράφος Νικόλαος Αρλιώτης:

Τῇ 13 Ἰ­ου­λί­ου ἔ­φθα­σεν ὁ ἀ­σκη­τὴς Κο­σμᾶς, […]. Πλῆ­θος λα­οῦ ἔ­δρα­μεν ὅ­πως ἴ­δῃ αὐ­τόν, ὅ­τε ἐ­ξῆλ­θεν εἰς τὴν πό­λιν, το­σοῦ­τον δὲ φα­να­τι­σμὸν δι­ή­γει­ρεν ἡ πα­ρου­σί­α αὐ­τοῦ, ὥ­στε κα­τὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νην νύ­κτα ἀ­πε­πέμ­φθη ὑ­πὸ τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, τὸ δὲ κο­μί­ζον αὐ­τὸν πλοι­ά­ρι­ον συ­νω­δεύ­θη μέ­χρις ἱ­κα­νῆς ἀ­πο­στά­σε­ως ὑ­πὸ δη­μο­σί­ας λέμ­βου, ἵ­να μὴ λα­θραί­ως ἀ­πο­βι­βα­σθῇ εἴς τι­να πα­ρα­λί­αν τῆς νή­σου42.

Οι Βενετοί είχαν οργανώσει ολόκληρο σύστημα παρακολούθησης με κατασκόπους – ανάμεσά τους και οι αδελφοί Ανδρέας και Δημήτριος Μαμωνάς. Ανησύχησαν δε τόσο πολύ, ώστε, σύμφωνα με απόφαση που πάρθηκε στις αρχές του 1778, μετά από πρόταση των Inquisitori di Stato, είχαν αποφασίσει να τον εξουδετερώσουν ακόμα και με δολοφονία. Ο Ανδρέας Μαμωνάς φαίνεται ότι είχε αναλάβει αυτό το έργο (col mezzo del noto Mammuna), το οποίο όμως δεν μπόρεσε να εκπληρώσει, εξ αιτίας της προστασίας που προσέφερε στον Άγιο η παρουσία του κόσμου. Τον Μάιο του 1779 ο Giacomo Nanni (Γενικός Προβλεπτής Θαλάσσης, στην Κέρκυρα) αποφάσισε την προσωρινή αναβολή των σχεδίων εξόντωσής του43, δεδομένου ότι είχε εγκαταλείψει τις ενετοκρατούμενες περιοχές, και τρεις μήνες αργότερα, στις 24 Αυγούστου 1779, ανέλαβαν οι Εβραίοι και οι Τούρκοι του Κουρτ πασά να εκτελέσουν την απόφαση των… Ενετών.

Πάντως, από τη στενή παρακολούθηση των Ενετών και τα λεπτομερή αρχεία που διατηρούσαν γνωρίζουμε με λεπτομέρειες τη διαδρομή και τη δράση του Πατροκοσμά τα τελευταία αυτά χρόνια, κατά τα οποία και κορυφώνεται η δράση του.

Έτσι, λύθηκε και το μυστήριο σχετικά με τις διδαχές του, και αποδεικνύεται ότι όχι μόνο τις έγραφε, τουλάχιστον κατ’ αυτή την περίοδο, αλλά και ότι αντίγραφά τους διαβάζονταν από τους μαθητές του σε άλλες περιοχές. Πράγματι, οι Ενετοί, χάρη στον ζήλο του Ανδρέα Μαμωνά, κατάφεραν, στις αρχές του 1779, να προμηθευτούν ένα χειρόγραφο μιας διδαχής του, «che fu formato dal nostro calogero Cosma» (24-2-1779), και να εμποδίσουν την κοινοποίηση του κειμένου στις εκκλησίες της Πρέβεζας44.

Από τα βενετικά έγγραφα γνωρίζουμε το πέρασμά του από την περιοχή της Πρέβεζας και τα χωριά Λούρο, Φλάμπουρο και Μαύρο Μαντήλι, όπου κήρυξε στις 18 και 20 Απριλίου 1779, σε «έξη χιλιάδες άτομα» που «τον είχαν παρακολουθήσει και τον άκουγαν». Εκεί τον επισκέφθηκε και ο Κερκυραίος κόμης –και επίδοξος δολοφόνος του– Μαμωνάς, που έμεινε μαζί του τρεις μέρες και στην Έκθεσή του προς τον Έκτακτο Προβλεπτή της Λευκάδας, Μοροζίνι (Sebastiano Morosini), σημειώνει: «Τα κηρύγματά του δεν έχουν άλλο θέμα ει μη να προτρέπουν τον λαόν εις το να ευεργετή τας εκκλησίας και να ιδρύη εις όλα τα χωριά σχολεία διά τα παιδιά, όπως έγινε με την Πρέβεζαν». «Έχει αναμφισβητήτως μέγα τάλαντον και μεγίστην παιδείαν και ζη με μεγάλας στερήσεις»45.

Ο Μοροζίνι, με τη σειρά του, αναφέρει στις 2 -5-1779 στον Νάνι: «Τελευταίως, ο καλόγηρος ούτος υπέβαλεν εις τους πολυαρίθμους ακροατάς του την πρότασιν περί ιδρύσεως σχολής όπου να διδάσκονται τα γράμματα εις τα παιδιά των πτωχών οικογενειών και τοσούτον ενθουσίασε με την ευγλωττίαν του το ακροατήριον, ώστε εντός βραχυτάτου διαστήματος κατώρθωσε να συλλέξη περί τας δέκα χιλιάδας γροσίων εις μετρητά, εις πράγματα και ασημικά, τα οποία έφερον μαζί των οι ακροαταί του, αμφοτέρων των φύλων»46· σε νέα αναφορά στις 7 Μαΐου αναφέρει ότι μάζεψε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τριών ημερών 10.000 γρόσια σε μετρητά και ασημικά για την ίδρυση σχολής «ὅπου νὰ διδάσκωνται τὰ γράμματα τὰ παιδιὰ τῶν πτωχῶν οἰκογενειῶν». Οι Ενετοί, πάντως, δεν τον άφησαν να πλησιάσει στην Πρέβεζα ούτε να μπει στο φρούριο της Πάργας47.

Εξάλλου, ο ίδιος ο Γενικός Προβλεπτής Θαλάσσης ενημέρωσε σχετικά από την Κέρκυρα τη Γερουσία στη Βενετία, σημειώνοντας πως οι οπαδοί του Κοσμά έφεραν ειδικά διακριτικά (λευκούς μάλλινους σκούφους, κομπολόγια και σταυρούς), ενώ τον ακολουθούσαν πέντε έμποροι που τα πουλούσαν48.

Οι Τούρκοι

και οι σχέσεις του με τους κλέφτες

Η δράση και το κήρυγμα του Πατροκοσμά μεταβάλλονται πλέον σε ένα αναμορφωτικό και εθνικό κίνημα, που συγκλονίζει κυριολεκτικά τις δυτικές και βορειοδυτικές εσχατιές του ελληνισμού. Καθόλου τυχαία, εξάλλου, οι εχθροί του πολλαπλασιάζονται και εν τέλει διαγκωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος απ’ όλους θα τον εξουδετερώσει. Ο ίδιος προσπαθεί να αποφύγει κάθε ανοικτά επαναστατικό κήρυγμα και αναφέρεται μόνο υπαινικτικά στο «ποθούμενον» της εθνικής απελευθέρωσης. Γι’ αυτό, τουλάχιστον ανοικτά, καλεί τους ακροατές του να είναι νομοταγείς και να πληρώνουν τους φόρους τους, ρίχνοντας το βάρος στην παιδεία και την ηθικοποίηση της ζωής.

Ὁ­μοί­ως νὰ χαί­ρε­σθε καὶ νὰ εὐ­φραί­νε­σθε ὅ­ταν πλε­ρώ­νε­τε τὰ χρέ­για σας, τὰ χα­ρά­τσια σας, τὲς δε­κα­τί­ες σας, δια­τὶ κα­θὼς οἱ Μάρ­τυ­ρες ἔ­χυ­σαν τὸ αἷμά τους καὶ ἀ­γο­ρά­σαν τὸν Πα­ρά­δει­σον καὶ οἱ Ἀ­σκη­ταὶ μὲ τὴν ἀ­σκη­τι­κήν τους ζω­ήν, ἔ­τσι καὶ οἱ χρι­στια­νοὶ μὲ τὰ ἄ­σπρα ὁποῦ δί­νουν τὴν σή­με­ρον μὲ ἐ­κεῖ­να ἀ­γο­ρά­ζουν τὸν Πα­ρά­δει­σον49.

Η στάση του απέναντι στους Τούρκους είναι στάση νομιμοφροσύνης αλλά και περιφρόνησης ταυτόχρονα, έως ότου έλθει η ώρα του «ποθουμένου»:

Ἄ­ξι­ος ἦ­τον ὁ Τοῦρ­κος νὰ ἔ­χῃ βα­σί­λει­ον; Ἀλ­λὰ ὁ Θε­ὸς τοῦ τὸ ἔ­δω­κε δι­ὰ τὸ κα­λόν μας. Καὶ δι­α­τί δὲν ἤ­φε­ρεν ὁ Θε­ὸς ἄλ­λον βα­σι­λέ­α, ποὺ ἦταν τό­σα ῥη­γά­τα ἐ­δῶ κον­τὰ νὰ τοὺς τὸ δώ­σῃ, μό­νον ἤ­φε­ρε τὸν Τοῦρ­κον, μέ­σα­θεν ἀ­πὸ τὴν Κοκ­κί­νην Μη­λί­αν καὶ τοῦ τὸ ἐ­χά­ρι­σε; Ἤξε­ρεν ὁ Θε­ός, πὼς τὰ ἄλ­λα ῥη­γά­τα μᾶς βλά­πτουν εἰς τὴν πί­στιν, καὶ ὁ Τοῦρ­κος δὲν μᾶς βλά­πτει. Ἄ­σπρα δῶσ’ του καὶ κα­βαλ­λί­κευ­σέ τον ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι. Καὶ δι­ὰ νὰ μὴ κο­λα­σθοῦ­μεν, τὸ ἔ­δω­σε τοῦ Τούρ­κου, καὶ τὸν ἔ­χει ταὐ­τὸν Θε­ὸς τὸν Τοῦρ­κον ὡ­σὰν σκύ­λον νὰ μᾶς φυ­λά­ῃ…50

Αυτή η περιφρονητική νομιμοφροσύνη, όπως υπογραμμίζει και ο Μάρκος Γκιόλιας, έχει ως ιστορικό υπόβαθροτην «απόλυτη πίστη του στην πνευματική ανωτερότητα του χριστιανισμού». Συγκρίνοντας τον χρι­στιανικό ηθικό νόμο με τον ισλαμικό, έλεγε: «Ὁ νό­μος ὁ φυ­σι­κὸς εἶναι τῶν Ἑ­βραί­ων, ὁ σαρ­κι­κὸς τῶν Τούρ­κων καὶ ὁ πνευ­μα­τι­κὸς τῶν Χρι­στι­α­νῶν»51. Ανάλογη είναι η σύγκριση που έκανε επιγενέστερα και ο «ανώνυμος» της Ελληνικής Νομαρχίας: «Ἡ θρη­σκεί­α, τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ον τοῦ Χρι­στοῦ κα­τα­σταί­νει τοὺς ὀ­πα­δούς του φι­λευ­σπλάγ­χνους, φι­λο­ξέ­νους καὶ συμ­πα­θη­τι­κούς. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ θρη­σκεί­α κά­μνει τὸν λα­ὸν μι­σάν­θρω­πον. Ἡ ὀ­θω­μα­νι­κὴ τὸν κά­μνει αὐ­τό­μα­τον»52. Αντιπαραβάλλοντας τους δύο κόσμους, μωαμεθανών και ορθοδόξων, τόνιζε χαρακτηριστικά: «Ἡμεῖς ἐγκράτεια, αὐτοὶ ἀπώλεια· ἡμεῖς νηστεία, αὐτοὶ πολυφαγία· ἡμεῖς παρθενία, αὐτοὶ πορνεία· ἡμεῖς δικαιοσύνη, αὐτοὶ ἀδικοσύνη». Τονίζει δε, συνήθως υπαινικτικά, και κάποτε ανοικτά, την αντίθεσή του με τον Τούρκο – όσο και με τον Πάπα. Ο ένας αντίχριστος «εἶ­ναι ὁ Πά­πας καὶ ὁ ἕ­τε­ρος εἶναι αὐ­τός, ὀ­ποῦ εἶναι στὸ κε­φά­λι μας, χω­ρὶς νὰ εἴ­πω τὸ ὄ­νο­μά του· τὸ κα­τα­λαμ­βά­νε­τε». Αχνοφαίνεται δε στη διδασκαλία του, και κυρίως στους χρησμούς του, η ανοικτή επαγγελία της απελευθέρωσης: «Θὰ ἔρ­θῃ και­ρὸς ποὺ μί­α γυ­ναῖ­κα θὰ δι­ώ­χνῃ δέ­κα Τούρ­κους μὲ τὴ ῥό­κα». «Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι θὰ φύ­γουν καὶ θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λι­ά· τὸ πο­θού­με­νον θὰ ἔρ­θῃ μὲ δυ­σκο­λί­α»53. «Αὐτὸ μία μέρα θὰ γίνῃ ρωμαίϊκο καὶ καλότυχος ὅποιος ζήσει σὲ κεῖνο τὸ βασίλειο». Ή, όπως είπε στη Χιμάρα: «Τὸ ποθούμενο θὰ γίνῃ στὴν τρίτη γενεά. Θὰ τὸ ἰδοῦν τὰ ἐγγόνια σας»54. Ο Κοσμάς, παραδόξως, τοποθετεί τη στιγμή της απελευθέρωσης στον ίδιο περίπου χρονικό ορίζοντα με τον όψιμο Κοραή, γύρω στα… 1850.

Όσο για τις σχέσεις του με τους ένοπλους Έλληνες και τους κλέφτες, η παράδοση θέλει τον Κοσμά, που στις περιοδείες του ανέβηκε στα λημέρια των κλεφτών, να έχει εγκαθιδρύσει σχέσεις μαζί τους. Αναφέρονται σχέσεις του με τον αρματωλό και κλεφτοκαπετάνιο Τότσκα στα Γρεβενά, όπως και άλλους, χωρίς όμως να διαθέτουμε στέρεα στοιχεία γι’ αυτές. Αντίθετα, γνωρίζουμε τις επικρίσεις του στους ενόπλους που τον ακολουθούσαν, καθώς και στους Σουλιώτες για τη συχνά ληστρική τους δραστηριότητα. Πράγματι, στους πρώτους είπε: «Ἕ­να πρᾶγ­μα σᾶς συμ­βου­λεύ­ω, χρι­στι­α­νοί μου: Ἂν θέ­λε­τε, νὰ μα­ζώ­ξε­τε ὅ­λοι σας τὰ ἄρ­μα­τα, νὰ τὰ δώ­σε­τε εἰς τοὺς ζα­πι­τά­δες καὶ νὰ τοὺς εἴ­πη­τε: Δὲν εἶναι ἐ­δι­κά μας. Ἐ­μᾶς ὁ Χρι­στός μας τὸν σταυ­ρὸν μᾶς ἐ­χά­ρι­σεν νὰ ἔ­χω­μεν καὶ ὄ­χι ἄρ­μα­τα»55. Όσο για το Σούλι, παρέστη στη συνέλευση όλων των Σουλιωτών στον Άγιο Δονάτο, και φέρεται ότι τους είπε: «Σᾶς λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὴν πε­ρη­φά­νεια, ὁ­ποῦ ἔ­χε­τε» και, τι­νά­ζον­τας τα πα­πούτ­σι­α του, συ­νέ­χι­σε: «Τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ δὲν θὰ ξα­να­πα­τή­σει. Κι ἂν δὲν ἀ­φή­σε­τε αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα ποὺ κά­νε­τε, τὴν αὐ­θαι­ρε­σί­α καὶ λῃ­στεί­α, θὰ κα­τα­στρα­φῆ­τε». Ύ­στε­ρα, κοι­τά­ζον­τας τ’ άρ­μα­τα που­ ’χαν κρε­μα­σμέ­να σ’ έ­να δέν­δρο, εί­πε: «Σὲ κεῖ­νο τὸ κλα­ρί, ποὺ κρε­μᾶ­τε τὰ σπα­θι­ά σας, θαρ­θεῖ μέ­ρα ποὺ θὰ κρε­μά­σουν οἱ γύφ­τοι τὰ ὄρ­γα­νά τους». Ωστόσο, ευ­λό­γη­σε παράλληλα τα βου­νά του Σου­λί­ου, λέ­γον­τας: «Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά, θὰ σώ­σε­τε πο­λὺ κό­σμο»56.

Ο Μάρκος Γκιόλιας, ο μαρξιστής βιογράφος του, υποστηρίζει πως «ο Κοσμάς ως πιστός τηρητής της Γραφής δε μπορούσε να υπάρξει μέσα στην εθιμική παράδοση των κλεφτών. Το άγραφο πολεμικό δίκαιο των κλεφτών και η παθητική μορφή της διδασκαλίας του Κοσμά δεν συμβιβάζονταν ως κοινή στάση ζωής απέναντι στον κατακτητή»57. Για να στοιχειοθετήσει τη θέση του, επιμένει, λανθασμένα, ότι ο Κοσμάς δεν μπορούσε να έχει συναντήσει τον Τότσκα, ο οποίος είχε γεννηθεί στα 1770, ενώ στην πραγματικότητα αυτός βρισκόταν τότε στο απόγειο της δράσης του58. Ωστόσο, ο ίδιος λίγο πιο πέρα σημειώνει, σε αντίθεση με την αρχική του απόφανση:

Αλλά κι ο Κοσμάς από μιαν άποψη θα πρέπει να θαύμαζε μάλλον τους κλέφτες. Αυτοί είταν οι πιο άτρομοι και οι πιο συνεπείς στην πίστη τους. Παράδειγμα κλέφτη δεν υπάρχει που να λιποψύχησε και ν’ αρνήθηκε την πίστη του, ακόμα και κάτω από τα φριχτότερα βασανιστήρια. Εξισλαμισμός κλέφτη σε όλη την τουρκοκρατία δεν αναφέρεται ούτε ένας59.

Και επειδή κατά την τελευταία, ιδιαίτερα, περίοδο της δραστηριότητας του Κοσμά πυκνώνουν στις διδαχές και τις προφητείες του οι αναφορές στο «ποθούμενον», οι επικριτικές αποστροφές εναντίον των Τούρκων, ακόμα και οι αναφορές στη σημασία των όπλων, ο Γκιόλιας παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια:

Δεν είταν ο Κοσμάς που επηρέασε με τη διδασκαλία του τους κλέφτες, αλλά αυτοί κυρίως τον επηρέασαν πιο πολύ. Κάτω από την ανήσυχη ατμὀσφαιρα του κλεφταρματολισμού η διδασκαλία του χειραφετήθηκε σε ορισμένα σημεία. Μέσα σ’ εκείνον τον κόσμο του ηρωϊσμού και της παλικαριάς αρχίζουν να τον απασχολούν και απελευθερωτικές έννοιες, αν και τα λόγια του εξακολουθούν να έχουν έναν αχνό κι αξεκαθάριστο χρησμολογικό χαρακτήρα. Από τη γνωριμία του με τους κλέφτες άρχισε ο ίδιος να μιλάει γενικά για το «ποθούμενον» και να λέει στους ραγιάδες πως η εργασία του «ανήκει στο γένος». Τότε πιο πολύ ευλογεί τα βουνά και βλέπει πως το ντουφέκι είναι χρήσιμο και απαραίτητο: «Θὰ σᾶς ζη­τή­σουν τὰ ντου­φέ­κι­α· νὰ ἔ­χε­τε δι­πλά· νὰ δώ­σε­τε τὸ ἕ­να καὶ νὰ κρα­τή­σε­τε τὸ ἄλ­λο. Ἕ­να ντου­φέ­κι ἑ­κα­τὸ ψυ­χὲς θὰ σώ­σῃ60.

Ο Κώστας Σαρδελής, εξάλλου, επικρίνοντας τις απόψεις του Γκιόλια, σημειώνει, προς αντίκρουσή του, τη μαρτυρία του διοικητή της Πάργας στον Γενικό Προβλεπτή της Κέρκυρας: «Οἱ Ἁγι­­ῶται ἐ­πῆ­γαν εἰς συ­νάν­τη­σίν του ἔ­νο­πλοι, ὡς καὶ οἱ Μαρ­γα­ρι­τι­ῶται…»61. Πρόκειται, λοιπόν, είτε για σταδιακή μεταστροφή των απόψεων του Κοσμά, στην τελευταία περίοδο του κηρύγματός του, είτε για απόκρυψή τους πίσω από τον μανδύα της νομιμοφροσύνης – εξ αιτίας της φύσης του έργου του, που απαιτούσε την ουδετερότητα ή ακόμα και τη συναίνεση των αρχών. Ωστόσο, εξ αντικειμένου, με το κήρυγμά του, την αντίσταση στους εξισλαμισμούς, την επιμονή στη χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους αλβανόφωνους και βλαχόφωνους και, τέλος, τη δημιουργία ενός αληθινού κινήματος που αναμόρφωνε το ήθος των ραγιάδων, ενσταλάζοντάς τους την περηφάνεια για την ελληνικότητα και την πίστη τους, ερχόταν αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τους Οθωμανούς, ακόμα κι αν ο Κουρτ πασάς τον «συμπαθούσε», όπως αναφέρεται.

Πράγματι, είναι αξιοσημείωτη η εμμονή του Κοσμά στην παρέμβαση σε περιοχές και χωριά όπου ο ελληνισμός και η ορθοδοξία βρίσκονταν εν κινδύνω. Η Μ. Μαμασούλα, στη δ.δ. της, έχει καταγράψει με βάση όλες τις διαθέσιμες πηγές όλα τα χωριά και τις περιοχές που επισκέφτηκε. Η περιοχή της Θεσπρωτίας περιλάμβανε 190 χωριά και γνωρίζουμε πως ο Κοσμάς δίδαξε σε 73 από αυτά, ενώ στα 18 οι χριστιανοί κάτοικοι είχαν εξωμόσει (απόγονοί τους είναι οι Τσάμηδες), η δε διδαχή του στόχευε στην ανακοπή ή ακόμα και την αναστροφή του φαινομένου. Στην περιοχή του Δελβίνου, στη Β. Ήπειρο, όπου η χρήση της ελληνικής γλώσσας απειλούνταν με εξαφάνιση, ο Πατροκοσμάς επισκέφθηκε τα 49 από τα 118 χωριά της περιοχής και ίδρυσε 32 σχολεία! [Αλλά και στην περιοχή των Γρεβενών, όπου επισκέφθηκε τα 33 από τα 81 χωριά, επέμεινε ιδιαίτερα στα 15 χωριά των εξισλαμισθέντων ελληνόφωνων «Βαλαάδων»· σε ένα, μάλιστα, από αυτά, την Ντόβρανη (σήμερα Έλατος) δημιούργησε και σχολείο].

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα –πάντα ατελή– στοιχεία (Μαμασούλα), το 23% του συνόλου των περιοχών που επισκέφτηκε στην Ήπειρο και τα Γρεβενά (επίκεντρο της δραστηριότητάς του κατά τα τελευταία χρόνια) ανήκαν στη Θεσπρωτία, και το 18% στο Δέλβινο, περιοχές όπου η ορθοδοξία και η ελληνική παρουσία απειλούνταν άμεσα62.

Δηλαδή, άσχετα και πέρα από τις ίδιες τις αντιλήψεις του Κοσμά, στον απόηχο, μάλιστα, των καταστροφών που είχαν επισωρεύσει τα Ορλωφικά στους ελληνικούς πληθυσμούς, και την πιθανή πεποίθησή του πως οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα σε θέση να κατακτήσουν την ανεξαρτησία τους, η δράση του –ενίσχυση της ταυτότητας, της αυτοπεποίθησης και της παιδείας του υπόδουλου ελληνισμού– τον οδηγούσε σε αντιπαράθεση με το σύστημα κυριαρχίας, είτε επρόκειτο για τους Ενετούς στα Επτάνησα και τα ηπειρωτικά προσαρτήματά της, είτε τους Τούρκους και τους τουρκαλβανούς, είτε για το εμπορικό προσάρτημα των κατακτητών, τους Εβραίους εμπόρους. Γι’ αυτό και αποτελεί οργανικό στοιχείο της ελληνικής αναγέννησης και του φωτισμού του Γένους, και αναπόφευκτα συνδεόταν και με τις ίδιες τις ένοπλες δυνάμεις του Γένους, τους κλεφταρματωλούς, ή προκαλούσε εν τέλει την ενίσχυσή τους. Εξάλλου, μερικά χρόνια αργότερα, και οι Κολλυβάδες μοναχοί, ενώ αντιτάχθηκαν ανοικτά στα επαναστατικά μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης και τους «γαλλόφρονες» διαφωτιστές και επαναστάτες, την ίδια στιγμή αναδείκνυαν την ελληνορθόδοξη ιδιαιτερότητα, με τη «φιλοκαλική αναγέννηση», και την ανειρήνευτη αντίθεση με τον Τούρκο κατακτητή, όχι απλώς προβάλλοντας το παράδειγμα των νεομαρτύρων, αλλά και προετοιμάζοντας οι ίδιοι τους μάρτυρες για το υπέρτατο μαρτύριό τους στο Άγιον Όρος και αλλού63.

Οι πρόδρομοί του

Όπως σημειώνει ο Μάρκος Γκιόλιας64, ο Κοσμάς υπήρξε γέννημα μιας περιοχής με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που κατά κάποιο τρόπο προδιέθεταν και προετοίμασαν τη δράση του. Η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και της Ευρυτανίας, απ’ όπου καταγόταν και είχε πραγματοποιήσει τις σπουδές του, δεν ήταν μόνο εξαιρετικά φτωχή, αλλά αποτελούσε, παράλληλα, το επίκεντρο μιας αυτόκεντρης οικονομικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Εδώ ο Ευγένιος Γιαννούλης και ο μαθητής του Αναστάσιος Γόρδιος εγκαινίασαν μια εκπαιδευτική πρόταση, ταυτόχρονα ριζωμένη στην παράδοση και ανοικτή στα νεωτερικά ρεύματα. Εδώ θα ανδρωθεί ο συγγραφέας του σημαντικώτερου έργου για την τέχνη της ζωγραφικής, ο Διονύσιος εκ Φουρνά:

Η προϊστορία των Διδαχών του Κοσμά ξεκινάει από την αγραφιώτικη παράδοση. Πρόδρομός του στον τομέα της ίδρυσης σχολειών στάθηκε ο Ευγένιος Γιαννούλης. Οι εκλαϊκευτικές αρχές του Λούκαρι, όπως τις μεταφύτεψε και τις καλλιέργησε στη Ρούμελη ο Ευγένιος Γιαννούλης, είχαν και στον Κοσμά κληρονομηθεί από τους διαδόχους του. Ο Ευγένιος Γιαννούλης είναι ο πρώτος που διαμόρφωσε κι ανάπτυξε το εκλαϊκευτικό διδαχτικό κίνημα στη Στερεά Ελλάδα. Από τις Σχολές των Αγράφων που ίδρυσε ο ίδιος, αναδείχτηκαν λόγιοι, συγγραφείς, σχολάρχες, δεσποτάδες, ζωγράφοι, ένας ολόκληρος κόσμος γαλουχημένος έμμεσα με τις ιδέες του Λούκαρι65.

Καθόλου τυχαία, ο μαθητής του Κορυδαλέα Ευγένιος Γιαννούλης (1595-1682)66, που είχε συνταχθεί με τον Κύριλλο Λούκαρι στη μεγάλη διαμάχη του 17ου αι., θα εγκαταλείψει την Πατριαρχική Ακαδημία, προτιμώντας την επιστροφή στα πάτρια και τη δημιουρχία των περίφημων σχολὠν του Καρπενησίου και των Βραγγιανών, όπου αργότερα θα φοιτήσει και ο Κοσμάς. Ο Ευγένιοςκαταγόταν από φτωχή οικογένεια του ορεινού Απόκουρου της Ναυπακτίας, πατρίδας και του Κοσμά. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Μονή Τροβάτου, στα Άγραφα, και εχρίσθη διάκονος στη Μονή Τατάρνας, στη συνέχεια περιπλανήθηκε στο Άγιον Όρος, τα Ιεροσόλυμα, το Σινά, την Αίγυπτο, όπου το 1619 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Κύριλλο Λούκαρι. Εν συνεχεία, επέστρεψε στα Άγραφα, τα Τρίκαλα, και τη μονή Τροβάτου, για να βρεθεί στην Κεφαλλονιά κοντά στον Παΐσιο Μεταξά, και για έξι χρόνια στη Ζάκυνθο με τον Θεόφιλο Κορυδαλέα. Όταν ο Θεόφιλος μετεκλήθη από τον Κύριλλο στην Πόλη, πήρε μαζί του τον Ευγένιο και συγκατοικούσαν για τέσσερα χρόνια (1634-1638). Στην Πόλη, μετά τη δολοφονία του Κυρίλλου Λουκάρεως, ο Γιαννούλης θα αποσχηματιστεί το 1639 από τον Κύριλλο Β΄ Βεροίας, εξ αιτίας ακολουθίας που συνέγραψε για τον θάνατο του Λούκαρι, αλλά ο διάδοχός του Παρθένιος Α΄ ο Γέρων θα τον αποκαταστήσει.

Ο Ευγένιος ακολούθησε τον Κορυδαλέα στην Άρτα και διηύθυνε την τοπική Σχολή, ενώ αμέσως μετά δίδαξε στη Σχολή του Αιτωλικού και το Μεσολόγγι. Όμως, ο Κρητικός Πόλεμος και οι συνέπειές του, μας πληροφορεί ο βιογράφος του και μαθητής του Αναστάσιος Γόρδιος, τον υποχρέωσαν γύρω στα 1644 να στραφεί προς το ασφαλέστερο Καρπενήσι, όπου ανήγειρε τον ναό της Αγίας Τριάδας και «φροντιστήριον εἰς καθηγητῶν καὶ φοιτητῶν διατριβήν», όπου συνέρρεαν μαθητές από όλη την Ελλάδα. Μετά από αρκετά χρόνια, σε προχωρημένη ηλικία, έφυγε για τα γειτονικά Βρανιανά (Βραγγιανά), πατρίδα του Αναστασίου Γορδίου, όπου ίδρυσε το περίφημο Ελληνομουσείον. Κατά την εγκατάστασή του στα Βρανιανά, γράφει σε φιλοπαίγμονα επιστολή του:

Ἐκατοικήσαμεν τώρα […] εἴς τι χωρίον τῶν Ἀγράφων λεγόμενον Μεγάλα Βρα­­­νι­ανά […]· συνασκοῦμεν μετ’ ὀλίγων ἀδελφῶν σπουδάζοντες φιλοπόνως τὸ γνῶθι σαυτόν, μάθημα πολλῶν καλῶν περιεκτικόν. […] Γείτονες δὲ ἡμῖν οὐ μό­νον οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ τὴν μὲν νύκτα συμψάλλουσιν ἡμῖν καὶ οἱ μηλοφόνοι καὶ ἀγριόθυμοι λύκοι καὶ ἄρκτοι αἱ στυγερώταται, σὺν τούτοις δὲ καὶ τῶν ἀλωπέκων πλῆθος, τὴν δὲ ἡμέραν ἐπισκιάζουσιν ἡμᾶς οἱ γῦπες καὶ οἱ ἰκτῖ­νοι κορῶναί τε καὶ οἱ κόρακες. Ὁρῶμεν δὲ τὸν ἥλιον ὡς ἀπὸ κάπνης […].

Σῖτος δὲ καὶ σταφυλὴ καὶ τὸ γλυκερώτατον σῦκον καὶ ἄλλα τούτοις παρόμοια εἶναι εἰς ἡμᾶς μυθικὴ μακαρία· κράμβη δὲ ἡμῖν ἐστιν ὁ πᾶς βίος, κράμβη ἑψητή, κράμβη ταριχευτή, κράμβη μετὰ ὕδατος καὶ ἁλῶν, ἣν καὶ ἁρμίαν ἡ χυδαία ὀνομάζει φωνή· […] παγκράμβιος ἡμῖν, φεῦ, ὁ παρὼν βίος, βατράχοις καὶ κάμπαις ὅμοιος […]. Τόσα γοῦν κακὰ προξενάει εἰς ἡμᾶς τὸ κακὸν τοῦτο λάχανον, ἡ κράμβη, ὅτι μᾶς ἔκαμε τώρα καὶ τῶν ἀλόγων ζώων ἀλογωτέρους διὰ τὴν ποικίλην καὶ συχνοτέραν αὐτῆς μετάληψιν· καὶ οὐδὲ τὸν παλαιὸν καὶ σοφὸν εὐλαβούμεθα λόγον τὸν λέγοντα «δὶς κράμβη θάνατος67».

Ο Ευγένιος Γιαννούλης ταξίδευε ακατάπαυστα μέχρι την ώριμη ηλικία του και συμμετείχε στις μεγάλες πνευματικές και θρησκευτικές συγκρούσεις της εποχής του, ως οπαδός και σύντροφος του Κυρίλλου Λουκάρεως, καθώς και ως ο πιστότερος φίλος και μαθητής του Κορυδαλέα68. Και όμως, θα έλθει εδώ να εγκατασταθεί, αρχικώς στο προστατευμένο από τη λιμνοθάλασσα Αιτωλικό, και το Μεσολόγγι, και τελικώς στην «κλειστἠ» ορεινή Ευρυτανία. Ο Ευγένιος θα ενοφθαλμίσει, έτσι, στα ορεινά Άγραφα το πιο νεωτερικό πνεύμα της εποχής του, από τον Κύριλλο και τον Κορυδαλέα, εγκαινιάζοντας μια ενδοστρεφή και ταυτόχρονα σύγχρονη παιδευτική παράδοση, τέκνο της οποίας υπήρξε και ο Κοσμάς. Χαρακτηριστικές είναι οι πηγές που χρησιμοποιεί στις επιστολές του: «Σαράντα εφτά βιβλία των Γραφών, τριανταπέντε της Ελληνικής και δύο της Λατινικής Γραμματείας». Μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων παραπέμπει στους Όμηρο, Διογένη Λαέρτιο, Λουκιανό, Αίσωπο, Αριστοφάνη, Ησίοδο, Πλάτωνα, Ευριπίδη, Πλούταρχο κ.λπ.69.

Από τα χέρια του θα περάσουν χιλιάδες μαθητές, πολλοί από τους οποίους θα διακριθούν στο ιερατικό και εκπαιδευτικό πεδίο. Ανάμεσά τους, και δύο σημαντικοί οικουμενικοί πατριάρχες, ο Διονύσιος Δ΄ «Μουσελίμης» (16711673167616791682168416861687 και 16931694), και ο Καλλίνικος Β΄ ο επονομαζόμενος «Ακαρνάν» (1688, 1689-1693, 1694-1702).

Ο σημαντικότερος μαθητής, συνεχιστής του έργου του και βιογράφος του, υπήρξε ο Αναστάσιος Γόρδιος (1654-1729), ο οποίος θα εμπεδώσει την εκπαιδευτική παράδοση στα Άγραφα. Ο Αναστάσιος καταγόταν από φτωχούς αγρότες των Βραγγιανών, παρακολούθησε τα μαθήματα του Ευγενίου στο Καρπενήσι και τα Βραγγιανά επί δώδεκα έτη (1662-1674), ενώ το 1676 ο δάσκαλός του τον στέλνει για ευρύτερες σπουδές στην Αθήνα, κοντά στον Ιωάννη Μπενιζέλο και τον Νικόδημο Μαζαράκη. Το 1678 θα επιστρέψει στα Βρανιανά (1678-1682), όπου και θα χριστεί ιερέας, ενώ μετά τον θάνατο του Ευγενίου (1682) θα αναλάβει τη διεύθυνση της Σχολής. Μετά το 1687 θα κάνει δύο πολύχρονα ταξίδια στην Ιταλία: στην Πάδοβα και τη Φλωρεντία, και στη Ρώμη, όπου θα παρακολουθήσει φιλολογικές, θεολογικές, φυσικομαθηματικές και ιατρικές σπουδές. Θα διδάξει στο Καρπενήσι (1689-1692;) και το Αιτωλικό (1695-1698, 1701 ή 1704 έως 1710), ενώ αμέσως μετά θα αναλάβει τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου» στη γενέτειρά του μέχρι τον θάνατό του (1711-1729), μολονότι είχε προτάσεις να διδάξει σε μεγάλα σχολεία, με μεγάλες αμοιβές70, διότι, όπως γράφει ο ίδιος, η πατρίδα πρέπει να βοηθηθεί71. Ο Αναστάσιος αποτελεί το υπόδειγμα του λογίου που θα αρνηθεί «τις τιμές, τα χρήματα» και τη μεγάλη σταδιοδρομία, για να αφιερωθεί στον εγγραμματισμό του λαού. Γράφει ο Κ.Θ. Δημαράς:

Τα σχολεία έχουν πολλαπλασιασθεί σε όλη την Ελλάδα, η ζήτηση των δασκάλων είναι μεγάλη και δημιουργείται ανά­μεσα στις πολιτείες μια άμιλλα που εκφράζεται με πλειοδοσίες στις απολαβές τους. Λίγοι είναι οι λόγιοι που […] μένουν ασυγκίνητοι μπροστά στα καλέσματα που τους γίνονται. Σαν τυπικός εκπρόσωπος του είδους αυτού μπορεί να μνημονευθεί ο Αναστάσιος Γόρδιος, ο οποίος, σπουδασμένος στην Δύση την ιατρική, αρνήθηκε τις δελεαστικές προτάσεις που του έκαναν από τόπους με προηγμένο πολιτισμό, κι έμεινε στην πατρίδα, τα Βρανιανά, συνεχίζοντας εκεί το έργο του δασκάλου του, του Ευγενίου72.

Κατά τον θάνατό του, άφησε μια βιβλιοθήκη με 4.000 τόμους, αριθμό τεράστιο για την εποχή του, και όχι μόνο για τα Βρανιανά. Ο Γόρδιος είχε μεγάλη παιδεία: Εκτός από την ελληνική λογοτεχνία και γλώσσα γνώριζε λατινικά, γαλλικά, ιταλικά, ενώ παράλληλα, ως αναγεννησιακός άνθρωπος, έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες, την τέχνη, την ιατρική, τη θεολογία.

Ο Γόρδιος, εκτός από την εκτενή επιστολογραφία του και τα άλλα έργα του ­–ανάμεσά τους και τη βιογραφία του Ευγενίου συνέγραψε και ένα κατά το ήμισυ χρησμολογικό, ως ερμηνεία της Αποκάλυψης, και κατά το άλλο ήμισυ θεολογικό έργο, σε γλώσσα προσιτή στο ευρύτερο κοινό: τογχειρίδιον κα συμπέρασμα κ τν πραγμάτων περ τοῦ τίς στινβασιλεία τοῦ Μοάμεθ κα τίς στιν ό ντίχριστος.Ο Αστέριος Αργυρίου, που πραγματοποίησε την πρώτη κριτική έκδοσή του73, αναφέρει την ύπαρξη 37 διαφορετικών χειρογράφων, γεγονός που μαρτυρά την εξαιρετική διάδοση ενός έργου που στρέφεται όχι μόνο εναντίον του Ισλάμ, αλλά και του καθολικισμού (ο «αντίχριστος» έχει δύο κεφαλές, τον Μωάμεθ και τον Πάπα)74.

Ο Γόρδιος ήταν και ένας ακάματος ιεροκήρυκας, που κήρυττε στην Αιτωλία, την Ευρυτανία, τη Θεσσαλία, αλλά και την Πελοπόννησο, συμβούλευε ιατρικώς πολλούς ασθενείς, ακόμα και δι’ αλληλογραφίας, προέτρεπε δε συστηματικά στην ίδρυση σχολείων75. Σύμφωνα με τον Börje Knös, υπήρξε ο απευθείας πρόδρομος του Κοσμά και ταυτόχρονα «ο πρώτος, μετά τον Σοφιανό, που μετάφρασε συστηματικότερα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τα οποία θα μπορούσαν να γνωστοποιήσουν γνώσεις σχετικά με τη σκέψη των αρχαίων Ελλήνων»76.

Συνεχιστής της παράδοσης υπήρξε ο Θεοφάνης ο «εκ Φουρνά»77(1701~1705-1784), μαθητής του Γόρδιου στα Βραγγιανά, που συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή Γκιόνμα στα Γιάννενα, με τον Μεθόδιο Ανθρακίτη και τον Μπαλάνο Βασιλόπουλο. Αφού δίδαξε για αρκετά χρόνια στα Βραγγιανά, μετέβη στα Φουρνά, όπου ο αγιογράφος Διονύσιος «ο εκ Φουρνά» είχε δημιουργήσει το 1743 την τοπική σχολή, όπου δίδασκε μέχρι τον θάνατό του. Μαθητές του υπήρξαν ο Κοσμάς και ο μεγαλύτερος αδελφός του Χρύσανθος Αιτωλός στα Βραγγιανά, και ο Σέργιος Μακραίος στα Φουρνά.

Ο Χρύσανθος, ο μεγαλύτερος αδελφός του Κοσμά78 (1714; – Νάξος 1785), ακολούθησε αρχικώς ανάλογη εκπαιδευτική πορεία με τον αδελφό του Κοσμά, αλλά στη συνέχεια πήρε τον δρόμο της λογιοσύνης και της κλασικής εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Στα Γιάννενα σπούδασε φιλοσοφία και μαθηματικά μέχρι το 1744. Εν συνεχεία (1752-1756), φοίτησε στην Πατριαρχική Ακαδημία υπό τον Δωρόθεο Λέσβιο, ενώ το 1758 βρέθηκε στην Κέρκυρα για να παρακολουθήσει μαθήματα του Νικηφόρου Θεοτόκη. Το 1759 εισήγαγε τον Κοσμά στους κύκλους του Πατριαρχείου και τον σύστησε στον πατριάρχη Σεραφείμ Β΄, που του έδωσε την άδεια να κηρύττει. Ο Χρύσανθος μετά το 1763 διδάσκει στην Πατριαρχική Ακαδημία, της οποίας θα γίνει σχολάρχης (1769-1773) και θα την αναδιοργανώσει, ενώ, στα τέλη του 1773, θα φύγει αιφνιδίως για τη ρωσοκρατούμενη τότε Νάξο, όπου θα συναντήσει και τον Νικόδημο Αγιορείτη79. Το 1775 θα τον επισκεφτεί, κηρύσσοντας στα «Δουκάνησα», και ο Κοσμάς. Στη Νάξο θα δημιουργήσει τη Σχολή του Αγίου Γεωργίου, το 1776, και, μαζί με τον νέο μητροπολίτη Παροναξίας Νεόφυτο Λαχοβάρη, θα έλθει σε ευθεία σύγκρουση με τους Καθολικούς, αφαιρώντας τους και το μονοπώλιο της εκπαίδευσης. Στη Νάξο θα συνεχίσει να διδάσκει μέχρι τον θάνατό του, το 1785.

Επειδή κληροδότησε τη βιβλιοθήκη του στη σχολή της Νάξου, γνωρίζουμε το περιεχόμενό της και τους πνευματικούς προσανατολισμούς και ανησυχίες του κατόχου της. Το κληροδότημα περιλάμβανε 143 τίτλους, εκ των οποίων τα 56 ήταν λατινικά και ιταλικά βιβλία. Από τα 87 ελληνόγλωσσα, τα 33 ήταν έργα αρχαίων συγγραφέων: τα Άπαντα του Πλάτωνος, του Δημοσθένους, τέσσερα έργα του Αριστοτέλη, η Ιλιάδα, οι τραγωδίες του Αισχύλου, τα Άπαντα του Λουκιανού, Ηρόδοτος και Θουκυδίδης, Ευκλείδης, Ισοκράτης, Γαληνός, Αίσωπος κ.λπ. Από τη βυζαντινή και χριστιανική γραμματεία: έργα του Συμεών Θεσσαλονίκης, του Μιχαήλ Ψελλού, δύο του Ιωάννη Φιλόπονου στον Αριστοτέλη (Πρότερα και Ύστερα αναλυτικά), Μ. Βασίλειος, Βρυέννιος, Συμεών Θεσσαλονίκης, η Φυσική του Βλεμμύδου, οι Επιστολές του Φωτίου κ.λπ. Από τη μεταβυζαντινή γραμματεία: περίπου εικοσιπέντε με τριάντα έργα – τρία του Κορυδαλέα, η Λογική και η Φυσική του Θεοτόκη, τα Μαθηματικά Στοιχεία του Ευγένιου Βούλγαρι, η Λογική και η Ρητορική του Βικέντιου Δαμωδού, η Ρητορική του Σκούφου και του Γορδίου, πέντε Γραμματικές, το Άνθος Χαρίτων, η Ηθικής Φιλοσοφίας Παράφρασις του Ιώσηπου Μοισιόδακα, η Ιστορία της Κίνας και της Ιαπωνίας, Άλγεβρα, Γεωμετρία,κ.λπ. Παρότι δεν γνωρίζουμε τους τίτλους των λατινικών και των ιταλικών βιβλίων, τα ελληνόγλωσσα αρκούν για να σκιαγραφήσουν ένα πνεύμα εγκυκλοπαιδικό, συνδεδεμένο τόσο με την παράδοση, αρχαία και βυζαντινή, όσο και τη νεωτερική φιλολογία.

Ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά γεννήθηκε γύρω στα 1670 στην ομώνυμη κωμόπολη της Ευρυτανίας, όπου και πέθανε μετά το 1744. Πατέρας του ήταν ο ιερέας Παναγιώτης Χαλκιάς, ενώ σε ηλικία 12 ετών έμεινε ορφανός και πήγε στην Κων/πολη για να εργαστεί. Σε ηλικία 16 ετών εγκαταστάθηκε στον Άθω, όπου εκάρη μοναχός και έγινε ιερομόναχος. Στις Καρυές διδάχτηκε την τέχνη της αγιογραφίας, ενώ εικονογράφησε και τοιχογράφησε πολλές μονές και παρεκκλήσια, εμπνευσμένος από την παράδοση του Πανσέληνου, τον οποίο πρώτος αυτός μνημονεύει, και του Θεοφάνη. Από το 1729 έως το 1734, με τη βοήθεια του μαθητή του, Κύριλλου του Χίου, έγραψε το περιβόητο Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης και αι κύριαι πηγαί αυτής.

Το 1734 εγκαθίσταται στον Φουρνά, όπου ασχολήθηκε με την οικοδόμηση της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής και τη δημιουργία σχολείου και εργαστηρίου αγιογραφικής τέχνης, τα οποία, κατά τον Σέργιο Μακραίο, ο «πολὺς ἐν σοφίᾳ» Θεοφάνης ανέδειξε εν συνεχεία σε σχολή για ανώτερες σπουδές. Η σχολή λειτούργησε μέχρι τον θάνατο του Θεοφάνη (1784) και από αυτήν αναδείχθηκαν σπουδαίοι διδάσκαλοι και διαφωτιστές του υπόδουλου Γένους80.

Η Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης και αι κύριαι πηγαί αυτής, έργο το οποίο ενσωματώνει παλαιότερα ανώνυμα κείμενα του 16ου και του 17ου αι. και τα συμπληρώνει, κυκλοφόρησε αρχικά σε φυλλάδες, συχνά χειρόγραφες, στα διάφορα εργαστήρια αγιογραφίας, ενώ, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, μεταφράζεται και γνωρίζει αλλεπάλληλες εκδόσεις στα γαλλικά (1845), γερμανικά (1855), ρωσικά (1868), παλαιοσλαβικά (περ. 1875-1885), αγγλικά (1886), ρουμανικά (1891), ιταλικά (1971), βουλγαρικά (1976), ιαπωνικά (1999) και σερβικά (2005). Η πρώτη ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε το 1900, στην Πετρούπολη, με επιμέλεια του Α. Παπαδοπούλου-Κεραμέως, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθει περισσότερες εκδόσεις του έργου.

Αυτή η αναδρομή στο εκπαιδευτικό και πνευματικό θαύμα που επιτελέστηκε στην Αιτωλία και την Ευρυτανία –για να επικεντρωθεί στα ορεινά Άγραφα– για πάνω από έναν αιώνα, και της οποίας ύστερο ανάστημα και δημιούργημα υπήρξε ο Κοσμάς, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις πηγές από τις οποίες ανέβλυσε η ακάματη δραστηριότητά του, καθώς και τις πνευματικές προκείμενες που διαμόρφωσαν το ιδεολογικό του σύμπαν.

Μια τόσο μακρά παράδοση, με τόσο πολλά κοινά στοιχεία –ευρύτητα πνεύματος και γνώσεων, με παράλληλη επικέντρωση σε μια λαϊκή παιδευτική και κηρυγματική δραστηριότητα– δεν είναι τυχαία: Αποτελεί συνέπεια της συγκέντρωσης των ελληνικών πληθυσμών, κατ’ εξοχήν στους ορεινούς όγκους, όπως τα Άγραφα, ή σε σχετικά απρόσιτους χώρους – Αιτωλικό και Νάξος π.χ.· εντάσσεται στη γενική κίνηση προς την Αναγέννηση του Γένους, αλλά θεμελιώνει μια διαφορετική παράδοση λογιοσύνης, που δεν στρέφεται τόσο στην «υψηλή» παιδεία, όπως θα κάνει ο Ευγένιος Βούλγαρις ή ο Αδαμάντιος Κοραής, αλλά στοχεύει στις «ρίζες» του λαϊκού σώματος. Ο Ευγένιος, ο Ανάστασιος και ο Θεοφάνης θεμελιώνουν την εγχώρια παράδοση της παιδείας και του κηρύγματος· ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά θα διδάξει τη ζωφραφική τέχνη σε αμόρφωτους συχνά καλογέρους και αγιογράφους· ο Ευγένιος θα αντιμετωπίσει τη λατινική προπαγάνδα και ο Κοσμάς θα συνδυάσει τη λαϊκή παιδευτική δράση με το κήρυγμα και την ανόρθωση του απειλούμενου ελληνισμού81. Καθόλου τυχαία, όλοι, λιγότερο ή περισσότερο, χρησιμοποιούν τη λαϊκή γλώσσα στις επιστολές και την εκπαιδευτική τους δραστηριότητα, κατ’ εξοχήν δε ο Διονύσιος και ο Κοσμάς.

Ο τόπος του

Για να σχηματίσει ο σημερινός αναγνώστης μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα αυτής της έντονης παιδευτικής και πολιτισμικής δραστηριότητας σε ορεινές, ή σχετικά έκκεντρες, περιοχές του ελληνικού κόσμου, θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι η ανθρωπογεωγραφία του ελληνικού κόσμου διέφερε ριζικά από τη σημερινή. Τόσο κατά τον 17ο αι. αλλά ακόμα και κατά τον 18ο, οι ορεινές και απόκεντρες περιοχές της ελληνικής χερσονήσου και των νησιών περιλάμβαναν το σημαντικότερο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού και αποτελούσαν κέντρο παραγωγικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Έχουμε μιλήσει αναλυτικά γι’ αυτή την τυπολογία της εγκατάστασης των ελληνικών πληθυσμών στη διάρκεια της τουρκοκρατίας82 και το ίδιο ισχύει για την Αιτωλοακαρνανία –την ορεινή και τις λιμνοθάλασσες– και την Ευρυτανία. Στη Ρούμελη υπολογίζονται σε 133.000 οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, έναντι 105.000 των πεδινών· στη Θεσσαλία υπολογίζονταν σε 200.000 «ορεινούς», έναντι μόλις 100.000 «πεδινών»83. Οι πεδιάδες κατά ένα μεγάλο ποσοστό έμεναν ακαλλιέργητες και βαλτοτόπια, ενώ στα βουνά αναπτυσσόταν μια ακμαία οικονομική δραστηριότητα, κτηνοτροφική και βιοτεχνική κυρίως.

Τα Άγραφα αποτέλεσαν το πρώτο αρματολίκι ήδη από το 1425, ενώ το 1525, με την υπογραφή της συνθήκης του Ταμασίου, μεταξύ του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης και των τοπικών προυχόντων, παραχωρήθηκε αυτονομία στην περιοχή των Αγράφων, με πρωτεύουσα το Νεοχώρι, ενώ απαγορευόταν στους Τούρκους να κατοικούν στην περιοχή, εκτός από το πεδινό Φανάρι, με αντάλλαγμα την καταβολή ετήσιας φορολογίας 50.000 γρόσια. Κατά την εποχή της ακμής τους, τα Άγραφα περιλάμβαναν 300 κοινότητες και εξήγαγαν 200.000 οκάδες μαλλί, 200.000 οκ. τυρί, 100.000 οκ. βούτυρο, 40.000 κεφάλια γιδοπρόβατα και 2.000 βοοειδή, ενώ απέφεραν ένα ετήσιο εισόδημα 600.000 γρόσια. Ο Πουκεβίλ αναφέρεται σε 2.400.000 γιδοπρόβατα στην Αιτωλοακαρνανία84. Σύμφωνα με τον Ληκ, μόνο η επαρχία Αγράφων είχε 85 κοινότητες και 50.000 κατοίκους, το 1/3 των οποίων απασχολούνταν με την υφαντική85. Ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ήταν η βιοτεχνία της κάπας. Οι καλύτεροι ράφτες κατοικούσαν στα Μεγάλα Βραγγιανά, το Ραυτόπουλο, κ.λπ.· το καλοκαίρι δούλευαν στα τσελιγγάτα, το φθινόπωρο περιόδευαν σε συντεχνίες σε όλη την Αιτωλοακαρνανία, τη Θεσσαλία, τη Βοιωτία, ράβοντας ρούχα, και τον χειμώνα ετοίμαζαν τα υφάσματα86. Σε ορισμένες κοινότητες φημίζονταν ιδιαίτερα οι τεχνίτες του χρυσού και του αργύρου, οι χαλκουργοί, οι καλλατζήδες, οι κατασκευαστές όπλων, σπαθιών και πιστολιών (όπως στη Σκλάταινα, το Μολεντζικό και τα Βραγγιανά) – στο Μαυρίλο του Τυμφρηστού λειτουργούσαν δώδεκα μπαρουτόμυλοι, με συνολική παραγωγή πάνω από 7.000 οκάδες μπαρούτι. Ονομαστή για τις βιοτεχνίες της και τα τσελιγγάτα της ήταν η σαρακατσανέικη Άμπλιανη. Επιπλέον, η περιοχή ήταν το κέντρο της σηροτροφίας της ηπειρωτικής Ελλάδας και πραγματοποιούσε μεγάλες εξαγωγές μεταξιού, χιλιάδων οκάδων ετησίως, από το Κεράσοβο, τη Φραγκίστα, τη Βίνιανη, το Μικρό και το Μεγάλο Χωριό, τους Κορυσχάδες, τη Φουρνά κ.ά. Τέλος, το Καρπενήσι, η Τατάρνα, η Ανατ. Φραγκίστα, τα Λεπιανά αποτελούσαν έδρα φημισμένων πανηγύρεων, που διαρκούσαν έως δέκα ημέρες.

Τα χωριά, οι κοινότητες και οι κώμες είχαν σημαντικό πληθυσμό για τα δεδομένα της εποχής. Το Καρπενήσι, το μεγαλύτερο από τα Βλαχοχώρια, έδρα του βοεβόδα της περιοχής, καθώς και το Πετρίλο, είχαν 5.000 πληθυσμό το καθένα –όσο και η Λαμία την ίδια εποχή!–, η Ρεντίνα 3.000, η Καστανιά 2.500, η Φουρνά 2.000, κ.λπ. Τα Μεγάλα Βραγγιανά, έδρα του Ελληνομουσείου, ξεπερνούσαν τις 2.000 πληθυσμό, σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή κοντά στο χωριό Άγραφα και στο Πετρίλο. Τέλος, η περιοχή είχε δικιά της επισκοπή και πάνω από είκοσι μονές, με σημαντικότερες εκείνες του Προυσού και της Τατάρνας.

Εν κατακλείδι, η περιοχή των Αγράφων και ο ευρύτερος ορεινός όγκος της κεντρικής Ελλάδας αποτελούσαν έναν χώρο με ισχυρό πληθυσμιακό και παραγωγικό ιστό, με υψηλό βαθμό αυτονομίας και αυτάρκειας και μεγάλο ποσοστό μεταποίησης της εγχώριας πρωτογενούς παραγωγής. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε και η ιδιαίτερη εκπαιδευτική παράδοσή της, με εμμονή στη σύνθεση μεταξύ του εγχώριου και του εσπερίου, της παράδοσης και της νεωτερικότητας, της λόγιας και της λαϊκής γλώσσας, μιας παιδευτικής/κηρυγματικής σχολής που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «υπόδειγμα των Αγράφων». Και, αν και οι χρονικά έσχατοι αυτής της σειράς, ο Χρύσανθος Αιτωλός και ο αδελφός του Κοσμάς, ολοκληρώνουν τη δράση τους σε ένα ευρύτερο θέατρο από τον γενέθλιο τόπο, τον ελληνισμό στο σύνολό του, ωστόσο και ο Χρύσανθος θα διδάξει επί μακρόν στην απειλούμενη από τους Ιησουΐτες Νάξο, μετά την Πατριαρχική Ακαδημία, και ο Κοσμάς θα μεταφέρει το παιδευτικό και εθνικό μήνυμα των Αγράφων στον απειλούμενο από την άγνοια και τους εξισλαμισμούς χώρο της βορειοδυτικής Ελλάδας.

Το τέλος

Το τέλος του Κοσμά θα έλθει στο Μπεράτι. Για την επίσκεψη του Αγίου Κοσμά στο Μπεράτι υπάρχει μια «Σημείωση», γραμμένη σε Μηναίο του Μαρτίου που τυπώθηκε στη Βενετία το 1558: «Εἰς τοὺς χι­λί­ους ἑ­πτα­κο­σί­ους ἑ­βδο­μή­κον­τα ἑ­πτὰ εἰς τὰς εἴ­κο­σι δύ­ο τοῦ αὐ­γού­στου μη­νὸς ἐ­πέ­ρα­σεν ἕ­νας ἀ­σκη­τὴς καὶ ἁ­γι­ώ­τα­τος ἄν­θρω­πος εἰς ὅ­λα τὰ μέ­ρη εἰς Γραι­κί­αν καὶ Ἀρ­βα­νι­τί­αν, ἦλ­θεν καὶ ἐδῶ εἰς τὰ Βε­λε­γρά­δι­α καὶ μᾶς ἐ­δί­δα­σκεν ἅ­γι­α λό­γι­α καὶ ἐ­θαύ­μα­σαν οἱ χρι­στι­α­νοὶ ἀ­πὸ τὰς δι­δα­χὰς αὐ­τοῦ καὶ ἐπῆ­ραν τό­σον φό­βον οἱ χρι­στι­α­νοὶ καὶ μά­λι­στα οἱ γυ­ναῖ­κες ἔ­κο­ψαν νὰ μὴ φο­ροῦν ‘πο­κά­μι­σα κόκ­κι­να καὶ ἄλ­λα κεν­τη­μέ­να μὲ χρυ­σά­φι καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα ἔ­κα­μεν ὁποῦ τις ἠμ­πο­ρεῖ νὰ τὰ γρά­ψῃ· ἀλ­λὰ ταῦ­τα τὰ ἔ­γρα­ψα δι­ὰ ἐν­θύ­μη­σιν τῶν με­τα­γε­νε­στέ­ρων ἐ­γὼ ὁ ἐ­λά­χι­στος Νι­κό­λα­ος υἱ­ὸς Κων­σταν­τί­νου Νό­κα καὶ ἔ­ξαρ­χος […]. ἀ­μήν. Καὶ τῷ θε­ῷ δό­ξα»87. Στην περιοχή του Μπερατίου, στο Κολικόντασι, κήρυξε για τελευταία φορά και σύστησε το τελευταίο σχολείο.

Δύο «Σημειώματα» μαρτυρούν ότι ο Πατροκοσμάς έφθασε στο Μπεράτι κατά το 1777. Ο Σπυρίδων Λάμπρος, στον Νέο Ελληνομνήμονα του 1910, δημοσιεύει την πρώτη συλλογή «Ενθυμήσεων», μεταξύ των οποίων τον 49 κώδικα της πόλεως Κάστρου Βερατίου, όπου υπάρχει η «Σημείωση»:

Τῷ 1777 Αὐ­γού­στου 22 ἡ­μέ­ρα Τρί­τη ἦλ­θεν εἷς ἀ­σκη­τὴς κα­λού­με­νος Κο­σμᾶς ἱ­ε­ρο­μό­να­χος καὶ ἐ­δί­δα­ξεν ἡ­μέ­ρας τρεῖς ἐν Βε­ρα­τί­ῳ. Τὴν δι­δα­χὴν δὲ ἔ­βα­λεν ἀ­να­βαί­νων ἐ­πὶ σκα­μνί­ου καὶ ἐ­δί­δα­ξεν ὅ­λον τὸν κό­σμον καὶ ἔ­κο­ψαν αἱ γυ­ναῖ­κες τὰ ἀ­σή­μι­α καὶ τὰ με­τα­ξω­τὰ φο­ρέ­μα­τα· καὶ με­τὰ δεύ­τε­ρον χρό­νον πά­λιν ἦλ­θεν εἰς Μου­ζα­κι­ὰν καὶ ἔ­φθα­σεν εἰς τὸ χω­ρί­ον Κο­λι­κόν­δη­σι καὶ τὸν ἔ­πνι­ξαν μὲ σχοι­νὶ καὶ τὸν ἔρ­ρι­ψαν εἰς τὸν πο­τα­μὸν καὶ τὸν ἔβ­γα­λαν καὶ τὸν ἐν­τα­φί­α­σαν εἰς τὸ ῥη­θὲν χω­ρί­ον καὶ γρά­φω τὴν ἡ­μέ­ραν ὅ­που τὸν ἐ­σκό­τω­σαν 1779 Αὐ­γού­στου 24 ἡ­μέ­ρα Σαβ­βά­τῳ88.

Πράγματι, μετά το τέλος του κηρύγματός του στις 23 Αυγούστου του 1779, στο Κολικόντασι, τον συνέλαβαν οι στρατιώτες του Κουρτ πασά:

Τό­τε ἐ­κα­τά­λα­βεν ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος δι­δά­σκα­λος, πὼς ἔ­χουν νὰ τὸν θα­να­τώ­σουν· ὅ­θεν ἐ­δό­ξα­σε, καὶ εὐ­χα­ρί­στη­σε τὸν Δε­σπό­την Χρι­στόν, ὅ­που τὸν ἠ­ξί­ω­σε νὰ τε­λει­ώ­ση τὸν δρό­μον τοῦ Ἀ­πο­στο­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος μὲ Μαρ­τύ­ριον. Ἔ­πει­τα στρα­φεὶς πρὸς τοὺς κα­λο­γή­ρους, ὁποῦ τὸν συ­νό­δευ­αν, τοὺς λέ­γει ἐ­κεῖ­νον τὸ ψαλ­μι­κὸν: «Δι­ήλ­θο­μεν διὰ πυ­ρὸς καὶ ὕ­δα­τος καὶ ἐ­ξή­γα­γες ἡ­μᾶς εἰς ἀ­να­ψυ­χήν»· καὶ ὅ­λην ἐ­κεί­νην τὴν νύ­κτα ἐ­δο­ξο­λό­γει μὲ ψαλ­μοὺς τὸν Κύ­ριον, χω­ρὶς νὰ δεί­ξῃ ὁ­λό­τε­λα κα­νέ­να ση­μεῖ­ον λύ­πης διὰ τὴν στέ­ρη­σιν τῆς ζω­ῆς του, ἀλ­λὰ μά­λι­στα φαι­νό­με­νος χα­ρι­έ­στα­τος εἰς τὸ πρό­σω­πον, ὡ­σὰν νὰ ἐ­πή­γαι­νεν εἰς χα­ρὲς καὶ ξε­φαν­τώ­μα­τα.

Ὅταν ξημέρωσε, ἑπτά δήμιοι τὸν ὁδήγησαν στὸν Ἄψο ποταμό. Τὸν κά­θη­σαν κον­τὰ εἰς ἕ­να δέν­δρον καὶ ἠ­θέ­λη­σαν νὰ τοῦ δέ­σουν τὰ χέ­ρια, ἀλ­λ’ ἐ­κεῖ­νος δὲν τοὺς ἄ­φη­σε, λέ­γον­τάς τους ὅ­τι δὲν ἀν­τι­στέ­κε­ται, ἀλ­λὰ κρα­τεῖ σταυ­ρω­μέ­να τὰ χέ­ρια του ὡ­σὰν νὰ τοῦ τὰ εἶ­χαν δέ­σῃ89.

Ο Ζήκο Μπιστρέκης, ο έτερος μαθητής και ακόλουθος του Κοσμά, συνεχίζει:

Κα­θὼς προ­σευ­χό­ταν εὐ­λό­γη­σεν τὸν κό­σμον σταυ­ρο­ει­δῶς καὶ ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἕ­να δέν­δρον καὶ ἐ­βγά­νον­τας τὸ σχοι­νί­ον ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γον τὸν ἔ­δε­σαν ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸν καὶ τὸν ἔ­πνι­ξαν, καὶ ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σεν τὴν ἁ­γί­αν του ψυ­χὴν εἰς χεῖρας τοῦ Κυ­ρί­ου ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καὶ εὐ­θὺς τὸν ἐ­γύ­μνω­σαν ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ φο­ρέ­μα­τα ὅ­που εἶ­χεν, ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να πα­λαι­ο­βρά­κι, ὅ­που δὲν τὸ ἔ­βγα­λαν καὶ τὸν ἔρ­ρι­ψαν εἰς τὸ πο­τά­μι90.

Τον Μπιστρέκη τον φυλάκισαν μαζί με άλλους στο μοναστήρι της Αρδενίτσας, για να μην έλθουν σε επαφή με τους κατοίκους και διαλαλήσουν τον απαγχονισμό του Αγίου. Ωστόσο, ο θάνατός του έγινε γνωστός: «Ὕ­στε­ρα πῆ­ραν θέ­λη­μα οἱ χρι­στια­νοὶ νὰ τὸν ἐ­βγά­λουν καὶ ἐ­γύ­ρι­ζαν μὲ κα­μά­κια καὶ μὲ δί­κτυ­α καὶ δὲν τὸν εὕ­ρι­σκαν. Ὕ­στε­ρα ἕ­νας πα­πάς, Μᾶρ­κος ὀ­νό­μα­τι, κά­μνει τὸν σταυ­ρὸν καὶ πη­γαί­νει μὲ τὸ μο­νό­ξυ­λον, καὶ ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! Εὐ­θέ­ως ἐ­φά­νη εἰς τὸ νε­ρὸν ὀρ­θός, καὶ τὸν ἐ­πῆ­ρεν, καὶ τὸν πη­γαί­νει εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν εὐ­θὺς εἰς Καλ­λι­κόν­τα­σι καὶ ἦ­ταν κον­τὰ βρά­δυ καὶ τὸν ἔ­ψα­λαν καὶ τὸν ἔ­θα­ψαν»91 στον νάρθηκα της εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Κολικόντασι της Β. Ηπείρου, κοντά στο ποτάμι, στις παρυφές του χωριού Μουγιαλή, «ἀρχιερατεύοντος ἐν Βελεγράδοις Ἰωάσαφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν παρὼν εἰς τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ Ἁγίου»92. Σχετικά με τον αντίκτυπο της ιταμής δολοφονίας και τον φόβο των Οθωμανών ότι μπορούσαν να υπάρξουν αντιδράσεις, ακόμα και ένοπλες, των κλεφτών της περιοχής, γράφει αναλυτικά ο Μάρκος Γκιόλιας:

Για να μη μαθευτεί γενικότερα ο απαγχονισμός του Κοσμά και προκληθούν ταραχές από τους χριστιανούς της περιοχής, έλαβαν όλα τα μέτρα. Έπιασαν και φυλάκισαν τους μαθητές του σε κάποιο μοναστήρι και τους φύλαγαν να μην έρθουν σ’ επαφή με τους κατοίκους και διαλαλήσουν τη δολοφονία του. Ο Ζήκο-Μπιστρέκης διηγείται μ’ εκείνη την απλή και λιτή γλώσσα του: «Καὶ μᾶς ἐπῆ­ραν καὶ μᾶς ἔ­χουν εἰς τὸ μο­να­στή­ρι­ον τῆς Ἀρ­δο­νίτζας σκλα­βω­μέ­νους ἕ­ως τὴν σή­με­ρον, καὶ δὲν εἴ­χα­μεν κα­νέ­ναν χρι­στι­α­νὸν νὰ ὁ­μι­λή­σῃ τί­πο­τε δι­ὰ λό­γου μας […]. Ἐ­γὼ ἀρ­ρώ­στη­σα καὶ ἦλ­θα εἰς θά­να­τον καὶ ἀ­κό­μη κεί­το­μαι […]. Καὶ μᾶς λέ­γουν ὅ­τι φο­βεῖ­ται ὁ πα­σὰς νὰ μὴν τύ­χῃ καὶ πᾶμε εἰς Τζα­φέ­ρι­γην, ὅ­που πο­λε­μεῖ μὲ τὸν κα­πε­τὰν Σι­ού­λαν κλέφ­την. Καὶ ἔ­χουν καὶ φό­βον ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸς εἶναι καὶ δι­και­ο­κρί­της κα­θὼς ἀ­κού­ο­μεν· καὶ ἂν ἴ­σως ἤ­θε­λαν οἱ χρι­στι­α­νοὶ νὰ πη­γαί­νουν, ἴ­σως καὶ ἤ­θε­λε γί­νει τί­πο­τας. […]». Ο ίδιος, ωστόσο, δεν θλίβεται και δεν καταμετράει τόσο τον θάνατο, όσο τρέμει τη φυλακή: «Ὅ­μως καὶ ἡ­μεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, δὲν με­τροῦ­μεν τὸν θά­να­τον· ἄμ­πο­τες καὶ νὰ μᾶς ἀ­ξί­ω­νεν ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς ἐ­θα­νά­τω­ναν, πλὴν ταύ­τη ἡ φυ­λα­κὴ μᾶς θλί­βει πε­ρισ­σό­τε­ρον». «…πολ­λὰ ἤ­θε­λα νὰ σᾶς γρά­ψω, ὅ­μως εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος εἰς τὸ στρῶ­μα»93.

Στο μέρος όπου ανεσύρθη το λείψανό του χτίστηκε αμέσως ένα μικρό εκκλησάκι, και μερικά χρόνια αργότερα ο Αλή πασάς, που τον σεβόταν και τον θαύμαζε ιδιαίτερα, χρηματοδότησε την ανέγερση μιας μονής στη μνήμη του. Τόσο μεγάλη ήταν η κατακραυγή που προκάλεσε η δολοφονία του, ώστε και ο Κουρτ πασάς και ο χότζας του –που είχε συμβάλει σε αυτήν– εμφανίστηκαν, υποκριτικά, μετανοημένοι και παραπλανηθέντες:

Ὁ Κοὺρ­τ πα­σὰς ἐ­με­τα­νό­η­σε δια­τὶ ἐ­γε­λά­σθη, καὶ διὰ μά­ται­ον κέρ­δος ἐ­θα­νά­τω­σε τοι­οῦ­τον ἀ­θῶ­ον καὶ εἰ­ρη­νι­κὸν ἄν­θρω­πον. Ὅ­θεν ἐ­μή­νυ­σεν εἰς τὸν Χόν­τζαν του νὰ ἀ­φή­σῃ τοὺς κα­λο­γή­ρους τοῦ Ἁ­γί­ου, […] οἵ­τι­νες πη­γαί­νον­τες εὗ­ρον ἐν­τα­φι­α­σμέ­νον τὸ Ἅ­γιον Λεί­ψα­νον, καὶ διὰ νὰ λά­βουν πλη­ρο­φο­ρί­αν πε­ρισ­σο­τέ­ραν τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου του, τὸ ἐ­ξέ­θα­ψαν ὁ­μοῦ μὲ ἄλ­λους ἱ­ε­ρεῖς καὶ χρι­στια­νούς, καὶ μὲ ὅ­λον ὅ­που ἦ­τον τρεῖς ἡ­μέ­ρας μέ­σα εἰς τὸν πο­τα­μόν, κα­θὼς ὁ Ἰ­ω­νᾶς εἰς τὴν κοι­λί­αν τοῦ κή­τους, ὅ­μως καμ­μί­αν δι­α­φο­ρὰν ἢ δυ­σω­δί­αν δὲν εἶ­χεν, ἀλ­λ’ εὐ­ω­δί­α­ζεν ὅ­λον, καὶ ἐ­φαί­νε­το ὡ­σὰν νὰ ἐ­κοι­μᾶτο. Καὶ ἀ­φοῦ τὸ ἠ­σπά­σθη­σαν εὐ­λα­βῶς, πά­λιν τὸ ἐν­τα­φί­α­σαν εἰς τὸν ἴ­διον τό­πον.

Ο Παναγιώτης Αραβαντινός, στη Χρονογραφία της Ηπείρου, γράφει ότι, σύμφωνα με τον Αλή μπέη, εγγονό του Κουρτ πασά, ο απαγχονισμός του Αγίου έγινε χωρίς τη θέληση του προγόνου του. Ο πασάς είπε στον δημόσιο εισπράκτορα –ο οποίος του ανέφερε ότι οι χριστιανοί εγκατέλειπαν τις γεωργικές τους εργασίες, επειδή έτρεχαν πίσω από τον καλόγηρο– να κάνει «τερμπιέ», δηλαδή να τιμωρήσει τον αίτιο, και από… παρανόηση του εισπράκτορα προκλήθηκε ο θάνατος του Κοσμά!

Στην πραγματικότητα, ο Κουρτ, πασάς του Βερατίου, κινήθηκε εναντίον του μετά από τις διαμαρτυρίες των Εβραίων εμπόρων, που τον χρημάτισαν, αλλά και από τις σχετικές ανησυχίες των μουσουλμάνων. Εξάλλου, διέταξε τον απαγχονισμό του μετά από διαβούλευση με τον χότζα του, ο οποίος ανέλαβε και να φέρει σε πέρας τη σύλληψη του Αγίου και να τον παραδώσει στους δημίους του94. Ο Κουρτ πασάς, αλβανικής καταγωγής, που είχε οριστεί από τον σουλτάνο δερβέναγας της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Στερεάς, βρισκόταν σε διαρκή αντιπαράθεση με τους Έλληνες κλεφταρματωλούς –εξ ού και η σύγκρουσή του με τον καπετάν Τότσκα και ο τραγικός θάνατος του τελευταίου· σύμμαχος της Πύλης απέναντι στους ανυπότακτους Μπουσατλήδες της Σκόδρας, ήταν πιστός στην οθωμανική εξουσία, στο Ισλάμ. Παρά το δέος που ένοιωθε για τον Κοσμά, παρά τη δεισιδαιμονία του αγράμματου οθωμανού πολεμιστή –όπως, εξάλλου, συνέβαινε και με τον Αλή πασά, που θαύμαζε τον Άγιο–, δεν ήταν δυνατόν να καλόβλεπε την ανταγωνιστική προς την εξουσία του υφή της παρουσίας και της δράσης του Κοσμά. Και ήδη, για αρκετά χρόνια, ο Κοσμάς περιόδευε στα χωριά της περιοχής, ιδιαίτερα εκεί που πρόσφατοι εξισλαμισμοί απειλούσαν με ολοκληρωτική εξάλειψη την ορθοδοξία, θεμελίωνε σχολεία και σάλπιζε την εμπέδωση των ελληνικών απέναντι στην αλβανική –και τη βλάχικη– γλώσσα.

Έτσι, ως άγιος και μάρτυρας, τελείωσε τη ζωή του ο «Πατροκοσμάς», η εμ­βλη­μα­τι­κό­τε­ρη μορ­φή του λα­ϊ­κού δι­α­φω­τι­σμού. Ο Κο­σμάς δεν δι­α­κρί­θη­κε για την εκ­παι­δευ­τι­κή του δρά­ση σε κά­ποι­ο α­πό τα σχο­λειά ή τις «Α­κα­δη­μί­ες» του Γέ­νους, ω­στό­σο κα­νένας άλ­λος Έλ­λη­νας δεν δη­μι­ούρ­γη­σε τό­σα σχο­λειά, ού­τε έ­παι­ξε α­νά­λο­γο παι­δευ­τι­κό ρό­λο. Αν ο Α­δα­μάν­τιος Κο­ρα­ής, α­πό την πό­λη των φώ­των, το Πα­ρί­σι, πά­σχι­ζε για τη «με­τα­κέ­νω­ση» της υ­ψη­λής παι­δεί­ας και της φι­λο­σο­φί­ας στην πα­λιά της πα­τρί­δα, ο Κο­σμάς α­γω­νι­ζό­ταν για την α­να­γέν­νη­ση της παι­δεί­ας στο πιο στοι­χει­ώ­δες πε­δί­ο, τον εγ­γραμ­μα­τι­σμό των α­ναλ­φα­βή­των, τον «ε­ξελ­λη­νι­σμό» εγ­κα­ταλε­λει­μμέ­νων πλη­θυ­σμών, την α­πο­τρο­πή των ε­ξισ­λα­μι­σμών. Κα­νέ­νας δεν θα τι­μη­θεί ό­πως αυ­τός α­πό τη λα­ϊ­κή πα­ρά­δο­ση95. Και, ως μάρ­τυ­ρας του λα­ϊ­κού φω­τι­σμού, θα γνω­ρί­σει εν τέ­λει την τύ­χη και τον θά­να­το των νε­ο­μαρ­τύ­ρων.

1 Η βιβλιογραφία για τον Κοσμά είναι τεράστια και αριθμεί εκατοντάδες τίτλους βιβλίων και χιλιάδες άρθρα και μελέτες. Μεταξύ άλλων βλέπε: Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, Ακολουθία και βίος…, ό.π.· Νικόδημος Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, Βενετία 1799, Αστήρ, Αθήνα 31961· Τρ. Ε. Ευαγγελίδης, Κοσμάς Αιτωλός ο ισαπόστολος (1714-1779: Γένος και έργα αυτού: Ιστορική και κριτική μελέτη, Αθήνα 1897· Β. Δ. Ζώτος, Μολοσσός, Λεξικόν των αγίων Πάντων της ορθοδόξου εκκλησίας: Βίοι και μαρτύρια από του Άβελ του δικαίου μέχρι του τελευταίου μάρτυρος Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων, ερανισθέν εκ διαφόρων βιβλίων εντύπων και χειρογράφων, τ. Α΄-Δ΄, Αθήνα 1904-1909· Κ. Φαλτάϊτς, Ο Άγιος Κοσμάς εις το στόμα του ηπειρωτικού λαού, Αθήνα 1929· Α. Ν. Παπακώστας, Κοσμάς ο Αιτωλός, εθνομάρτυς και ισαπόστολος, 1714-1779, ανάτ. από ΗΧ, τ. ΙΓ΄, Αθήνα 1939· Φάνης Μιχαλόπουλος, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθήνα 1940, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011· Α. Ν. Παπακώστας, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός στο Ζαγόρι, Αφοί Ρόδη, Αθήνα 1962· Σωφρόνιος Παπακυριακού, Συμβολή εις τον βίον Κοσμά του Αιτωλού, ιερομάρτυρος και ισαποστόλου, εκδ. Θ. Σιμοπούλου, Αθήνα 1953· Χ. Δ. Βασιλόπουλος, Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και το έργον του, Αθήνα 1955· Αυγουστίνος Καντιώτης, Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779): Συναξάριον – Διδαχαί – Προφητείαι – Ακολουθία, Αδελφότης «Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων», Αθήνα 21959· Κ. Σ. Κώνστας, Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Α.Δ., Αθήνα 1973· Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), Αθήνα 1969, σσ. 341-342· Χ. Βασιλόπουλος, Κοσμάς Αιτωλός: Ο Έλλην ιεραπόστολος, ΠΟΕ, Αθήνα 31968· Μάρκος Γκιόλιας, «Οι λειτουργίες του κοινωνικού και πολιτισμικού χώρου της Ευρυτανίας και των Αγράφων κατά την Τουρκοκρατία», Σύναξις, Ευγένιος ο Αιτωλός και η εποχή του, Πρακτ. Συνεδρ., Καρπενήσι, 12-14/10/1984 (επιμ. Π. Κ. Βλάχου), Στέφ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1986· Μάρκος Γκιόλιας, Ο Κοσμάς Αιτωλός και η εποχή του, Τυμφρηστός, Αθήνα 1972· Νίκος Σκιαδάς, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του στην εργασία του Μάρκου Γκιόλια, Αθήνα 1972· Κώστας Σαρδελής, Απόκριση στο βιβλίο του κ. Μάρκου Γκιόλια, «Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του», ή, πώς παραχαράσσεται η ιστορία, Το Ελληνικό Βιβλίο, Αθήνα 1972· Κ. Σαρδελής, Αναλυτική βιβλιογραφία Κοσμά του Αιτωλού 1765-1973, Εστία, Αθήνα 21974· Κ. Σαρδελής, Ο προφήτης του γένους, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αστήρ, Αθήνα 1980· Κ. Σαρδελής, Ο άγιος των σκλάβων, Κοσμάς ο Αιτωλός, Εστία, Αθήνα 1998· Γ. Χρ. Ευθυμίου, «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός κατά τον Ρωσοτουρκικόν πόλεμον (1768-1774) και η δεκαεπταετής παραμονή αυτού εις το Άγιον Όρος», Σύναξις, Ευγένιος ο Αιτωλός και η εποχή του, ό.π., 1986· Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο φλογερός διδάχος, Χρυσοπηγή, Αθήνα 1984· Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι Βενετοί, 1777-1779: τα τελευταία χρόνια της δράσης του και το πρόβλημα των διδαχών, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1984· Ευαγγελή Α. Ντάτση, Πολιτισμική ηγεμονία και λαΐκός πολιτισμός: Ο «ετεροχρονισμένος» διάλογος του Ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999· Μαρία Μαμασούλα, Παιδεία και Γλώσσα στον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, δ.δ., Ι.Μ. Κουτλουμουσίου, Άγιον Όρος 2004· Μ. Μαμασούλα, Ο βίος του Αγίου Κοσμά, http://afilad.gr/index.php/themata/2012-11-06-22-35-57/11-0· Κ. Β. Τριανταφύλλου, Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, 1714-1779: Η βακτηρία των σκλάβων, το καύχημα των Αιτωλών, Αστήρ, Αθήνα 72007· Ιωάν. Μενούνος, Κοσμά Αιτωλού, Διδαχές και βιογραφία, Ακρίτας, Αθήνα 82007· Μιχ. Τρίτος, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, Ο Φωτιστής του Γένους – Ο Προφήτης, ΑΔ, Αθήνα 2009.

2 Ιωάν. Μενούνος, Κοσμά Αιτωλού…, ό.π., σ. 230.

3 Βλ. Διδαχή Α΄1 και Α΄2 στο Ι. Μενούνος, ό.π., σσ. 22, 58, 229. Το Απόκουρο ήταν το ανατολικό τμήμα της Τριχωνίδας, αλλά υπαγόταν εκκλησιαστικά στην Άρτα.

4 Ν. Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, ό.π., σ. 201.

5 Ν. Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, ό.π., σ. 201.

6 Με τα εικοσιτέσσερα γράμματα εννοεί τη στοιχειώδη παιδεία, ενώ με τα «ἑλληνικὰ» παραπέμπει στις εγκύκλιες σπουδές στην αρχαΐζουσα γλώσσα, που επέβαλε στον Άθω ο Ευγένιος. Βλ. Ι, Μενούνος, ό.π., σ. 233.

7 Βλ. Διδαχή Ε΄ στο Ι. Μενούνος, ό.π., σσ. 202, 234. Βλ. Βιβλίον ωραιότατον, καλούμενον Αμαρτωλών Σωτηρία / Συντεθέν εις κοινήν των Γραικών διάλεκτον παρά Αγαπίου Μοναχού του Κρητός, έκδ. 1798 Βενετία. [Το βιβλίο του Αγάπιου Λάνδου αποτελούσε ένα βιβλίο πασίγνωστο στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό και από το 1641 μέχρι το 1795 είχε πραγματοποιήσει ήδη 24 εκδόσεις. Βλ. Δέσποινα Α. Κωστούλα, Αγάπιος Λάνδος ο Κρής, Συμβολή στη μελέτη του έργου του, Ιωάννινα 1983, και Ά. Αγγέλου (εισ. – επιμ.) στο Giulio Cesare dalla Croce, Ο Μπερτόλδος και ο Μπερτολδίνος, Ερμής, Αθήνα 1988, σσ. 114-115].

8 Βλ. Διδαχή Γ΄ στο Ι. Μενούνος, ό.π., σσ. 149, 235.

9 Η Παλαιά Διαθήκη λέει: «Καὶ ὃ σὺ μι­σεῖς, μη­δε­νὶ ποι­ή­σῃς». Η Και­νή Δι­α­θή­κη: «Πάν­τα ὅ­σα ἂν θέ­λη­τε ἵ­να ποι­ῶ­σιν ἡ­μῖν οἱ ἄν­θρω­ποι, οὕ­τω καὶ ὑ­μεῖς ποι­εῖ­τε αὐ­τοῖς». Βλ. Διδαχή Α΄2 στο Ι. Μενούνος, ό.π., σσ. 83, 235.

10 Ο Σεραφείμ συντάχθηκε με τους επαναστἀτες κατά τη διάρκεια των Ορλωφικών.

11 Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος καταγόταν από το Χαλέπι της Συρίας και ήταν γνώστης της αραβικής και της τουρκικής γλώσσας. Διετέλεσε Μητροπολίτης Πτολεμαΐδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και το 1771 εξελέγη Πατριάρχης Ιεροσολύμων ως  Σωφρόνιος Ε΄, όπου πρωτοστάτησε στις προσπάθειες για τη διατήρηση των προσκυνημάτων στα χέρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το 1775 εξελέγη Πατρ. Κ/πόλεως ως  Σωφρόνιος Β΄. Επί των ημερών του, Σύνοδος στην Πόλη καταδίκασε τους Κολλυβάδες.

12 Ν. Αγιορείτης, Νέον Μαρτυρολόγιον, ό.π., σ. 201.

13 Για τη συνολική διάρκεια της διαμονής του στον Άθω μάς δίνει μια πληροφορία στις Διδαχές: «Ἀ­να­χω­ρῶν ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μου πρὸ πε­νήν­τα ἐ­τῶν, ἐ­πε­ρι­πά­τη­σα τό­πους πολ­­λούς, κά­στρα, χώ­ρας καὶ χω­ρί­α, καὶ μά­λι­στα εἰς τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἐ­κά­θη­σα εἰς τὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος, δε­κα­ε­πτὰ χρό­νους, καὶ ἔ­κλαι­ον δι­ὰ τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου».

14 Σαπφ. Χριστοδουλίδης, ό.π., σσ. 22· Μαρία Μαμασούλα, Ο βίος του Αγίου Κοσμά, ό.π.

15 Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1354-1833), Αθήνα 1969, σσ. 341-342· Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

16 Πάμπολλες είναι οι εκκλησίες, τα παρεκκλήσια και τα εικονοστάσια που έχουν κτιστεί, αρχικώς στις περιοχές από όπου πέρασε και εν συνεχεία σε όλη την Ελλάδα –πέντε βρίσκονται στην Αθήνα– τιμώντας το όνομά του, περισσότερες από οποιονδήποτε σύγχρονο άγιο ή όσιο, μία ακόμα απόδειξη της τεράστιας απήχησης του κηρύγματός του και της επιβίωσης της μνήμης του.

17 Χ. Κοντού: Εφημερίς των Φιλομαθών, τ. ΙΕ΄ (1867), σ. 1413.

18 Διδαχή Ε΄, στο Ι. Μενούνος, ό.π., σ. 183.

19 Διδαχή ΙΑ΄, στο Ι. Μενούνος, ό.π., σ. 142.

20 Διδαχή Α΄. στο Ι. Μενούνος, ό.π.

21 Εμμ. Γεωργιάδης, Ζίτσα, η κωμόπολις της Ηπείρου, πατριδογραφία, Αθήνα 1889, σ. 31.

22 Κ. Φαλτάϊτς, ό.π., και Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

23 Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

24 Χ. Δ. Βασιλόπουλος, Ο άγιος…, ό.π., σσ. 45-56· Σωφρ. Παπακυριακού, Κοσμά του Αιτωλού…, ό.π., σσ. 11-12· Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

25 Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.· Κ. Φαλτάϊτς, ό.π.· σ. 19, Μ. Γκιόλιας, ό.π.· σσ. 122-123, 240.

26 Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Αθήνα 1904, τ. Α΄, σσ. 271-272.

27 Σ. Χριστοδουλίδης, Ακολουθία…, ό.π., σ. 23.

28 Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

29 Σ. Χριστοδουλίδης, Ακολουθία…, ό.π., σσ. 23-24.

30 Σ. Χριστοδουλίδης, Ακολουθία…, ό.π., σ. 23.

31 Σ. Χριστοδουλίδης, Ακολουθία…, ό.π., σσ. 23-25.

32 Ά. Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός…, ό.π., σσ. 77-79.

33 Μ. Μαμασούλα, Παιδεία…, ὀ.π., σσ. 517-518.

34 Ά. Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς…, ό.π., σσ. 32, 81.

35 Σ. Χριστοδουλίδης, ό.π., σ. 19.

36 Σ. Χριστοδουλίδης, ό.π., σ. 19.

37 Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού, Ο Κοσμάς …, ό.π., σσ. 36-39.

38 Τσιτσέλης, τ. Β΄ 1960, σ. 140· Γ. Αλισανδράτος, Ο Κοσμάς…, ό.π., σ. 31.

39 Γ. Αλισανδράτος, Ο Κοσμάς…, ό.π., σσ. 55-65.

40 Μ. Μαμασούλα, Ο βίος, ό.π.

41 Ξανθοπούλου, σσ. 40-42.

42 Ν. Β. Μάνεσης, Περί Νικολάου Αρλιώτη (1731-1812) και των χειρογράφων χρονικών αυτού, A΄, Αθήνα 1873, σ. 12· Μιχαλόπουλος, σσ. 91, 96-97.

43 Ξανθοπούλου, ό.π., σσ. 49-51.

44 Ξανθοπούλου, ό.π., σσ. 59, 96. Σώζεται μάλιστα μεταφρασμένη στα ιταλικά. Βλ. Ξανθοπούλου, σσ. 116-155.

45 Κων. Δ. Μέρτζιος, «Τὸ ἐ­ν Βενετίᾳ Κρατικὸν Ἀρχεῖον», ΗΧ, 15 (1940), σσ. 6-10.

46 Κ. Δ. Μέρτζιος, «Τὸ ἐ­ν Βενετίᾳ…», ό.π., σσ. 5-6.

47 Κ.Δ. Μέρτζιος, «Τὸ ἐν Βενετίᾳ…», ό.π., σσ. 5-12.

48 Ξανθοπούλου, ό.π., σ. 112.

49 Διδαχή Ε΄, στο Ι. Μενούνος, ό.π., σ. 187.

50 Διδαχή Ε΄, στο Ι. Μενούνος, ό.π., σ. 186.

51 Μάρκος Γκιόλιας, Ο Κοσμάς…, ό.π., σ. 78.

52 Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία. Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας, επιμ., σχόλ., εισαγ. Γ. Βαλέτας· Μελετήματα, Ν.Α. Βέης, Μ. Σιγούρος, Αποσπερίτης, Αθήνα 41982, σ. 214.

53 Μ. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς…, ό.π., σ. 84.

54 Μ. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς, ό.π., σ. 429.

55 Διδαχή Ε΄, στο Ι. Μενούνος, ό.π., σ. 188.

56 Μ. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς…, ό.π., σ. 129· Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

57 Μ. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς…, ό.π., σ. 151· Μ. Μαμασούλα, Ο βίος…, ό.π.

58 Ο Γκιόλιας στηρίζεται αποκλειστικά και παραπέμπει σε χρονολόγηση του Κασομούλη [Νικολάου Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833: προτάσσεται ιστορία του Αρματωλισμού, Αθήνα 1939, τ. Α΄, σ. 16], που στο σύντομο σημείωμά του για τον Τότσκα παραθέτει τις χρονολογίες «1770-1804 ή 1810», χωρίς καμιά διευκρίνιση. Ωστόσο, ο Α. Βακαλόπουλος παρουσιάζει τη δράση του Τότσκα κατά τα Ορλωφικά (Κ. Βακαλόπουλος, ΙΝΕ, τ. Δ΄, Θεσσαλονίκη 1973, σσ. 399-400), ενώ ο Ι. Λαμπρίδης περιγράφει την εκτέλεσή του με τσεκούρι στα Δερβίζιανα από τον δήμιο του Κοσμά, Κουρτ πασά (Ι. Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Μελετἠματα, Κουρεντιακά και Τσαρκοβιστιακά, τχ. 3, Αθήνα 1888, σσ. 69-70). Ο Γκιόλιας παρασύρεται σε ένα αστήρικτο συμπέρασμα, με βάση μια λανθασμένη χρονολόγηση.

59 Μ. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς…, ό.π., σ. 153.

60 Μ. Γκιόλιας, ό.π., σ. 156.

61 Κ. Σαρδελής, Απόκριση στο βιβλίο…, ό.π., σ. 9.

62 Μ. Μαμασούλα, Παιδεία…, ό.π., σ. 515.

63 Οι περισσότεροι νεομάρτυρες προετοιμάζονταν ηθικά και πνευματικά για το διάβημά τους επί μήνες από τους πνευματικούς τους, κατ’ εξοχήν στο Άγιον Όρος, και οι Κολλυβάδες μοναχοί πρωτοστατούσαν σε αυτή την προετοιμασία.

64 Μ. Γκιόλιας, «Οι λειτουργίες …», ό.π.· Μ. Γκιόλιας, Ο Κοσμάς…, ό.π.

65 Μ. Γκιόλια, Ο Κοσμάς…, ό.π., σσ. 300-301. Βλ. και Μ. Γκιόλια, «Ο λαϊκός διαφωτισμός στην τουρκοκρατούμενη Ευρυτανία», ΡΗ 3 (1959), σσ. 101-108. Βλ. επίσης Π. Ι. Βασιλείου, «Η αγιογραφική τέχνη και οι ζωγράφοι της στην Ευρυτανία», Ζυγός, τχ. 25 (1957), σσ. 19-24.

66 Βλ. Σπ. Λάμπρος, «Βίος Ευγενίου του Αιτωλού υπό Αναστασίου Γορδίου», Νέος Ελληνομνήμων, τ. Δ΄, τχ. 1, Αθἠνα 1907, σσ. 27-80· Π.Κ. Βλάχος, Ευγένιος ο Αιτωλός και το φερώνυμον ελληνομουσείον, Πνευματικόν Κέντρον Καρπενησίου, Αθήνα 1976· Σύναξις. Ευγένιος Αιτωλός και η εποχή του, ό.π.· Τ. Γριτσόπουλος, «Αναζήτησις της προσωπικότητος Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού ως διδασκάλου», Σύναξις, ό.π., σσ. 75-136· Πάνος Ι. Βασιλείου, Ο μεγάλος διδάσκαλος του Γένους Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός και οι σπουδαιότεροι μαθητές των Σχολών των Αγράφων, εκδ. Βασιλόπουλος Στέφανος, Αθήνα 1985· Γιάννης Β. Καρύτσας, Οι Αιτωλοί διδάσκαλοι, Ευγένιος Γιαννούλης, Αναστάσιος Γόρδιος, Χρύσανθος ο Αιτωλός. Η εποχή τους και το έργο τους, Αθήνα 2002.

67 «Εγκατασταθήκαμε τώρα σ’ ένα χωριό των Αγράφων που το λένε Μεγάλα Βρανιανά […]. Ασκητεύουμε μαζί με λίγους αδελφούς, έχοντας για σπουδή μας την αυτογνωσία, που είναι ένα από τα σπουδαιότερα μαθήματα στον άνθρωπο. […] Γείτονές μας δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, αλλά τη νύχτα ψάλλουν μαζί μας και οι προβατοφάγοι άγριοι λύκοι, οι αποκρουστικές αρκούδες και μαζί πλήθος αλε­πούδων. Την ημέρα μάς σκιάζουν οι γύπες και τα γεράκια, οι καρα­κάξες και τα κοράκια. Τον ήλιο τον βλέπουμε σαν μέσα από καπνό, και μάλιστα μετά τις 11 ή 12 το μεσημέρι, τότε που και αυτοί ακόμα οι ασκητές θέλουν κάτι να φάνε. Ο ουρανός φαίνεται λίγο αλλά σε διάμετρο όχι μεγαλύτερη από ένα αλώνι […]. Το στάρι, το σταφύλι, το γλυκύτατο σύκο και τα παρόμοια αποτελούν άπιαστο όνειρο. Η ζωή μας ολόκληρη είναι σκέτη κράμβη (κραμβολάχανο). Κράμβη βραστή, κράμβη διατηρημένη, κράμβη με νερό κι αλάτι, που ο λαός τη λέει τουρσί. […] Κραμβολαχανικός έγινε δυστυχώς ο βίος μας, που μοιάζει ίδιος με των βατράχων και της κάμπιας. Τόσο λοιπόν κακό μάς έχει κάνει αυτό το παλιολάχανο η κράμβη, που το τρώμε τόσο συχνά, ώστε κοντεύουμε να γίνουμε πιο κουτοί κι απ’ αυτά τα άλογα ζώα. Και ας μην ξεχνάμε την παροιμία που λέει: “δυο φορές λάχανο ίσον θάνατος”»: Ι. Ε. Στεφανής ­– Νίκη Παπατριανταφύλλου-Θεοδωρίδη (επ.), «Ευγενίου Γιαννούλη του Αιτωλού, Επιστολές. Κριτικὴ έκδοση», ΑΠΘ, ΕΕΦΣ, περ. Β΄, Θεσ/νίκη 1992, σ. 112· Γ. Καρύτσας, Οι Αιτωλοί Διδάσκαλοι, ό.π., σσ. 197-198.

68 Το ότι ο Ευγένιος συμμετείχε στο Κυριλλικό «κόμμα» συνάγεται και από επιστολή του Κορυδαλέα στις 11 Νοεμβρίου 1632 από τη Ζάκυνθο, όπου συστήνει στον Ευγένιο τον κομιστή της επιστολής, Νικόλαο Κυριακό, ως άνθρωπο «τοῦ κόμματος τοῦ ἐδικοῦ μας», ο οποίος θα πληροφορήσει τον Ευγένιο «ὅπως ἔχουσιν οἱ κοινοὶ καὶ φίλοι καὶ ἐχθροὶ καὶ τίνες εἰσί». [Βλ. Δον. Μουσούρας, «Σχέσεις Αγράφων και Ζακύνθου στα χρόνια του Ευγενίου Γιαννούλη και Αναστασίου του Γορδίου», στο, Ο Αναστάσιος Γόρδιος και η περιοχή των Αγράφων (Μεγάλα Βραγγιανά, 25-8-2004), Αθήνα 2005. Πρβλ. Ιωάννης Νερατζής, «Η “Σχολή” του Ανατολικού (Αιτωλικού) και το “γλωσσικό ζήτημα”», στο Η Σχολή του Αιτωλικού και οι λόγιοι δάσκαλοι των Αγράφων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Αιτωλικό, 26-6-2010), Αθήνα 2011, σσ. 170-173.

69 Κώστας Μαρίνος, Θερμιώτικη Ηχώ, φ. 80, Μάρτιος-Απρίλιος 2001.

70 Βλ. Γ. Β. Καρύτσας, Οι Αιτωλοί Διδάσκαλοι…, ό.π., σσ. 235-236· Κ. Σάθας, Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι της ελληνικής εθνεγερσίας (1453-1821), Αθήνα 1868, σσ. 437-438.

71 Βλ. Αναστάσιος Γόρδιος, Aλληλογραφία (1675-1728), έκδ. Xαρίτων Καρανάσιος – Ιωάννα Κόλια, τ. A΄, B΄, ΚΕΜΝΕ, Aθήνα 2011: τ. Α΄, σσ. 30, 233-234, 372, 377, 481-482, 487-488, 545-546· τ. Β΄, επιστ. 463, 568, 569, 571.

72 Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γνώση, Αθήνα 82000, σσ. 138-140.

73 Asterios Argyriou, «Sur Mohamet et contre les Latins»: Un Traité inédit d’ Anastasios Gordios (1656-1729) religieux et professeur grec, δ.δ., Στρασβούργο 1968.

74 Asterios Argyriou, Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque (1453-1821). Escuisse d’une histoire des courants idéologiques au sein du peuple Grèc asservi, ΕΜΣ, Θεσ/νίκη 1982, σσ. 310-312.

75 Κ. Σάθας, Βιογραφίαι …, ό.π., σσ. 437-438.

76 Börje Knös, L’Histoire de la littérature néo-grecque: La Période jusqu’en 1821 (Acta Uni­versitatis Upsaliensis), Almquist & Wiksell, Στοκχόλμη 1962, σ. 481.

77 Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Θεοφάνους του εξ Αγράφων, Βίος Διονυσίου του εκ Φουρνά», πρώτη δημοσίευση, Ελληνικά, τ. Ι΄, Αθήνα 1938, επανέκδ.· Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορικά Φροντίσματα, τ. Α΄, Πορεία, Αθήνα 1992, σσ. 17-61.

78 Βλ. ΧρυσοστόμοςΗ. Τσίτερ, Αναστάσιος Γόρδιος, Χρύσανθος Αιτωλός, Φραγκίσκος Κόκκος, Αθήνα 1934· Β. Σφυρόερας, «Χρύσανθος ο Αιτωλός», ΕΜΑ ΑΑ, τ. 6, Αθήνα 1957· Γ. Β. Καρύτσας, Οι Αιτωλοί Διδάσκαλοι…, ό.π., σσ. 286-349.

79 Ι. Κ. Τουμπακάρη, «Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Χρύσανθος ο Αιτωλός», ΕΕΚΜ, τ. ιστ΄, 1996-2000· Μιχαήλ Μανωλόπουλος, Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και η σχέση του με την Επιστήμη http://eisatopon.blogspot.gr/2013/06/blog-post_4987.html

80 Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Θεοφάνους…», ό.π.

81 Βλ. Μ. Κ. Παρανίκα, Σχεδίασμα, σ. 92. Του ιδίου, «Αι σχολαί των Αγράφων κατά την ΙΖ’-ΙΗ’ εκατονταετηρίδα», ΕΦΣΚ 26 (1896), σσ. 3-7.

82 Βλ. Γ. Καραμπελιάς, Μια υπονομευμένη Άνοιξη, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2013.

83 Βλ. Κ. Μοσκώφ, Η εθνική και κοινωνική…, ό.π., σ. 80· Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας, 1976, σσ. 92-96.

84 F. Pouqueville, Voyage, τ. 4, σ. 261.

85 W. Μ. Leake, Travels…, ό.π., 4, σσ. 269-273. Πρβλ. Μ. Γκιόλιας, «Οι λειτουργίες…», ό.π., σ. 345.

86 Μ. Γκιόλιας, Το συντεχνιακό δίκαιο και η συνθηματική γλώσσα των καποραπτών της Ευρυτανίας, Έκδ. Συλλόγου «Άγιοι Ανάργυροι» Απεραντίων, Αθήνα 1985.

87 Ι.Κ.Δ., «‘‘Ενθυμήσεων’’, ήτοι χρονικών ‘‘Σημειωμάτων”, συλλογή Β΄», του Σπ. Λάμπρου, Νέος Ελληνομνήμων, τ. 16, 1922, σσ. 412-413.

88 Σπυρίδων Λάμπρος, ‘‘Ενθυμήσεων’’, ήτοι χρονικών ‘‘Σημειωμάτων’’, συλλογή πρώτη», Νέος Ελληνομνήμων, τ. 7, 1910.

89 Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, ό.π.

90 Χ. Δ. Βασιλόπουλος, Ο άγιος…, ό.π., σσ. 155-160.

91 Χ. Δ. Βασιλόπουλος, Ο άγιος…, ό.π., σσ. 159.

92 Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, ό.π.

93 Μάρκος Γκιόλιας, ό.π., σσ. 246-247.

94 Σάπφ. Χριστοδουλίδης, ό.π., σ. 25.

95 Βλ. και Κ. Σ. Κώνστας, «Λαογραφικά περί τον Άγιο Κοσμά Αιτωλό», Λαογραφία, τ. ΚΖ΄, Αθήνα 1971.

25 recommended
comments icon0 comments
0 notes
424 views
bookmark icon

Write a comment...

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *